Αιτούντες άσυλο έζησαν για αρκετούς μήνες στους δρόμους χωρίς οικονομική βοήθεια παρά τη νομοθετική πρόβλεψη. Εξευτελιστική μεταχείριση από τη Γαλλία

ΑΠΟΦΑΣΗ

N.H. κ.α. κατά Γαλλίας της 02.07.2020 (αριθ. προσφ. 28820/13, 75547/13 και 13114/15)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Διαδικασία ασύλου. Εξευτελιστικές συνθήκες διαβίωσης. Αδυναμία πρόσβασης σε οικονομική στήριξη από το κράτος.

Αιτούντες άσυλο, οι οποίοι ζουν στη Γαλλία, κατήγγειλαν ότι δεν είχαν πρόσβαση σε υλική και οικονομική βοήθεια την οποία  δικαιούνταν σύμφωνα με τη γαλλική νομοθεσία, και ως εκ τούτου αναγκάζονταν να κοιμούνται το βράδυ στο δρόμο υπό απάνθρωπες και εξευτελιστικές συνθήκες για αρκετούς μήνες.

Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι ο πρώτος προσφεύγων ζούσε στο δρόμο χωρίς πόρους. Ομοίως και οι δεύτερος και τρίτος των προσφευγόντων, οι οποίοι έλαβαν προσωρινό επίδομα μετά από 185 και 133 ημέρες αντίστοιχα. Επιπλέον, πριν καταφέρουν να εγγραφθούν ως αιτούντες άσυλο, οι τρεις πρώτοι προσφεύγοντες αναγκάστηκαν να επιβιώνουν για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα χωρίς να μπορούν να επιδείξουν κάποιο αποδεικτικό στοιχείο για τη κατάστασή τους.

Οι γαλλικές αρχές παραβίασαν τα καθήκοντά τους βάσει του εσωτερικού δικαίου. Κρίθηκαν  υπεύθυνες για τις συνθήκες υπό τις οποίες οι προσφεύγοντες ζούσαν για αρκετούς μήνες: κοιμόντουσαν στους δρόμους, χωρίς πρόσβαση σε εγκαταστάσεις υγιεινής, χωρίς μέσα διαβίωσης και συνεχώς με τον φόβο ότι θα τους επιτεθούν ή θα τους ληστέψουν. Συνεπώς οι προσφεύγοντες υπήρξαν θύματα εξευτελιστικής μεταχείρισης, καθώς οι αρχές επέδειξαν έλλειψη σεβασμού στην αξιοπρέπεια τους.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι τέτοιες συνθήκες διαβίωσης, σε συνδυασμό με την έλλειψη κατάλληλης απάντησης από τις  γαλλικές αρχές και με το γεγονός ότι τα εγχώρια δικαστήρια είχαν συστηματικά ισχυριστεί ότι οι αρμόδιοι φορείς δεν διέθεταν πόρους λόγω του γεγονότος ότι ήταν ανύπαντροι, είχε υπερβεί το όριο σοβαρότητας που απαιτείται από το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ.

Παραβίαση του άρθρου 3 (απαγόρευση εξευτελιστικής ή απάνθρωπης μεταχείρισης) της ΕΣΔΑ.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 3

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Προσφ. αρ. 28820/13 – Ν.Η.

Ο προσφεύγων N.H., ο οποίος γεννήθηκε το 1993 είναι Αφγανός υπήκοος ο οποίος ζει στο Παρίσι. Έφθασε στη Γαλλία τον Μάρτιο του 2013. Στις 4 Απριλίου 2013 υπέβαλε αίτηση ασύλου στην Αστυνομία του Παρισιού και του δόθηκε ραντεβού για τις 9 Ιουλίου 2013. Στις 18 Απριλίου 2013 υπέβαλε επείγουσα αίτηση στον Δικαστή του Διοικητικού Δικαστηρίου του Παρισιού ζητώντας την έκδοση απόφασης, η οποία θα υποχρέωνε τις αρχές να εξετάσουν την αίτηση ασύλου του και να του εκδώσουν προσωρινή άδεια παραμονής. Ο δικαστής  απέρριψε το αίτημά του. Ο Ν.Η. άσκησε έφεση κατά αυτής της απόφασης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία απορρίφθηκε.

Στις 3 Οκτωβρίου 2013 ο προσφεύγων ενημερώθηκε ότι η αίτησή του για άσυλο θα εξεταστεί από το Γαλλικό Γραφείο Προστασίας Προσφύγων και Ανιθαγενών («OFPRA»), αλλά δεν του επετράπη να διαμένει στη Γαλλία υπό το καθεστώς του αιτούντος ασύλου, καθώς είχε ήδη υποβάλει αίτηση ασύλου στη Δανία. Την ίδια ημέρα ο προσφεύγων απευθύνθηκε στο κέντρο εργασίας για να υποβάλει αίτηση για προσωρινό επίδομα αιτούντων άσυλο. Η Αίτηση απορρίφθηκε επειδή δεν είχε υποβάλει επιστολή ενημέρωσης ότι ο «OFPRA» είχε καταχωρίσει την αίτησή του για άσυλο. Ο προσφεύγων αναγκάστηκε να ζήσει στο δρόμο, χωρίς οποιαδήποτε υλική ή οικονομική υποστήριξη. Στις 13 Νοεμβρίου 2013, ο OFPRA αρνήθηκε να του παραχωρήσει το καθεστώς του πρόσφυγα, αλλά του παραχώρησε επικουρική προστασία λόγω της βίας που επικρατούσε στη χώρα καταγωγής του. Στις 17 Δεκεμβρίου 2013 ο σύλλογος Corot Entraide Auteuil, ο οποίος επιχορηγούνταν κατά 60% από το κράτος, του βρήκε κατάλυμα.

Προσφ. αρ. 75547/13 – S.G., Κ.Τ. και G.I.

Ο προσφεύγων S.G., ο οποίος γεννήθηκε το 1987, είναι Ρώσος υπήκοος ο οποίος ζει στη Καρκασόν. Έφθασε στη Γαλλία στις 15 Ιουλίου 2013 και την επόμενη μέρα υπέβαλε αίτηση ασύλου στη Νομαρχία. Του προσφέρθηκε διαμονή σε κέντρο υποδοχής για αιτούντες άσυλο (CADA), η αποδοχή δε αυτής της προσφοράς αποτελούσε προϋπόθεση για τη λήψη του προσωρινού επιδόματος. Αλλά καθώς δεν υπήρχε διαθέσιμος χώρος, ο προσφεύγων έπρεπε να διαμένει σε σκηνή την οποία δανείστηκε από ιδιώτες, στις όχθες του ποταμού Aude. Στις 2 Αυγούστου 2013 ο  OFPRA καταχώρησε την αίτησή του για άσυλο. Στις 18 Σεπτεμβρίου 2013 του χορηγήθηκε το Προσωρινό Επίδομα. Στις 7 Οκτωβρίου 2013 υπέβαλε αίτηση στον δικαστή επειγουσών αιτήσεων του Μονπελιέ του Διοικητικού Δικαστηρίου  για να εκδώσει απόφαση στην οποία έδινε εντολή στο Κράτος να του βρει κατάλυμα ως αιτούντα άσυλο. Ο δικαστής απέρριψε το αίτημά του. Στις 13 Οκτωβρίου 2014 ο OFPRA απέρριψε την αίτησή του. Ο Νομάρχης του Hérault εξέδωσε τρεις διαδοχικές διαταγές με περιεχόμενο να εγκαταλείψει τη Γαλλία. Ο S.G. άσκησε έφεση, επιδιώκοντας να ακυρωθούν οι εν λόγω εντολές.

Ο προσφεύγων G.I., ο οποίος γεννήθηκε το 1988, είναι γεωργιανός υπήκοος ο οποίος  ζει στην Καρκασόν. Έφτασε στη Γαλλία στις 25 Μαΐου 2013 και στις 28 Μαΐου υπέβαλε αίτηση ασύλου στη Νομαρχία Languedoc-Roussillon. Ήταν άστεγος.

Ο OFPRA καταχώρησε την αίτησή του για άσυλο στις 19 Ιουνίου 2013 και του χορηγήθηκε το Προσωρινό Επίδομα στις 23 Αυγούστου 2013. Στις 7 Οκτωβρίου 2013 Ο G.Ι. υπέβαλε αίτηση στον  δικαστή επειγουσών αιτήσεων του Διοικητικού Δικαστηρίου του Μονπελιέ για να εκδώσει διαταγή παρόμοια με εκείνη που ζήτησε ο S.G., αλλά ο δικαστής απέρριψε την αίτηση για τους ίδιους λόγους.

Στις 11 Απριλίου 2014, ο G.I. απέσυρε την αίτησή του για άσυλο και ζήτησε βοήθεια για την εκούσια επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του.

Ο προσφεύγων Κ.Τ., που γεννήθηκε το 1990, είναι Ρώσος υπήκοος ο οποίος ζει στην Καρκασόν. Έφτασε στη Γαλλία στις 7 Ιανουαρίου 2013 και υπέβαλε αίτηση ασύλου στην Νομαρχία. Η αίτησή του καταχωρήθηκε στις 14 Ιουνίου 2013 από OFPRA και έλαβε το προσωρινό επίδομα από τις 15 Ιουλίου 2013. Έπρεπε να ζήσει σε μια σκηνή στις όχθες του Aude. Στις 7 Οκτωβρίου 2013 ο Κ.Τ. προσέφυγε στον δικαστή του Διοικητικού Δικαστηρίου του Μονπελιέ για να εκδώσει διαταγή παρόμοια με εκείνη που ζήτησε ο S.G., αλλά ο δικαστής απέρριψε την αίτηση.

Σε πολλές περιπτώσεις ο Κ.Τ. προσπάθησε μάταια να αποκτήσει άδεια παραμονής.

Προσφυγή αρ. 13114/15 – A.J.

Ο προσφεύγων A.J., Ιρανός υπήκοος, γεννήθηκε το 1974 και ζει στο Παρίσι. Κατάφερε να φύγει από το Ιράν, όπου εργάζονταν ως δημοσιογράφος και έφτασε στη Γαλλία στις 9 Σεπτεμβρίου 2014. Του δόθηκε ταχυδρομική διεύθυνση στις 14 Οκτωβρίου 2014 από την ένωση France Terre d’Asile. Ο Α.J. απευθύνθηκε στη Νομαρχία της Αστυνομίας στο Παρίσι στις 23 Οκτωβρίου 2014 για να υποβάλει την αίτησή του για άσυλο, η οποία δεν είχε καταχωριστεί, και έκλεισε ραντεβού για τις 7 Ιανουαρίου 2015. Στις 4 Νοεμβρίου 2014 υπέβαλε αίτηση για άδεια παραμονής στον Νομάρχη του Ile-de-France, ο οποίος απάντησε ότι δεν μπορούσε να αποδεχτεί το αίτημά του. Στις 13 Νοεμβρίου 2014, A.J. κατέθεσε  αίτηση στον  δικαστή επειγουσών περιστατικών του Διοικητικού Δικαστηρίου του Παρισιού να δώσει εντολή στον Περιφερειάρχη να εξετάσει την αίτησή του για παραμονή βάσει του νόμου περί ασύλου και να τον κατευθύνει σε κέντρο υποδοχής ή διαμονής. Ο δικαστής απέρριψε το αίτημά του. Το Συμβούλιο της Επικρατείας επίσης απέρριψε την έφεση. Σε συνάντηση στις 7 Ιανουαρίου 2015, ο A.J. έλαβε ένα έντυπο αίτησης για παραμονή βάσει του νόμου περί ασύλου, το οποίο συμπλήρωσε στις 22 Ιανουαρίου 2015, ημερομηνία στην οποία του χορηγήθηκε άδεια προσωρινής παραμονής στη Γαλλία. Στις 28 Ιανουαρίου 2015 A.J. μεταφέρθηκε  στο κέντρο εργασίας για να διεκδικήσει το δικαίωμά του για το προσωρινό επίδομα, αλλά απορρίφθηκε η αίτησή του καθώς δεν μπόρεσε να παρουσιάσει αποδεικτικό της κατάθεσης της αίτησης ασύλου.

Ο OFPRA υπέβαλε αίτηση ασύλου στις 5 Φεβρουαρίου 2015. Στις 12 Φεβρουαρίου 2015 χορηγήθηκε στον A.J. προσωρινό επίδομα. Από τις 14 Απριλίου 2015 φιλοξενήθηκε σε ένα ξενοδοχείο ως μέρος του προγράμματος  διαμονής για ενήλικες. Στις 23 Απριλίου 2015, ο OFPRA του παραχώρησε το καθεστώς πρόσφυγα και τον Ιούνιο του 2015 βρήκε ένα δωμάτιο στο “House of Journalists” στο Παρίσι. Λάμβανε επίσης καθημερινά επιταγές για εστιατόρια και για μέσα μεταφορών.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 3

Το Δικαστήριο έκρινε σκόπιμο να εξετάσει τους ισχυρισμούς των προσφευγόντων βάσει αποκλειστικά του άρθρου 3 της Σύμβασης.

Ο δικηγόρος του G.I. (αριθ. 75547/13) είχε ενημερώσει το Δικαστήριο ότι δεν μπόρεσε να επικοινωνήσει με τον πελάτη του, παρά τις πολυάριθμες και ανεπιτυχείς αναζητήσεις. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο προσφεύγων δεν επιθυμεί πλέον να συνεχίσει την προσφυγή του και ότι η υπόθεση πρέπει συνεπώς να διαγραφεί από τον κατάλογο του Δικαστηρίου.

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι οι προσφεύγοντες είχαν επικρίνει τις γαλλικές αρχές, πρώτον, επειδή δεν τους επέτρεψαν  να επωφεληθούν στην πράξη από την υλική και οικονομική στήριξη που όφειλε να τους παρέχει η εθνική νομοθεσία, προκειμένου να καλύψουν τις βασικές ανάγκες διαμονής τους και, δεύτερον, για το γεγονός ότι επέδειξαν αδιαφορία απέναντί τους.

Το Δικαστήριο έπρεπε να αποφασίσει εάν οι προσφεύγοντες είχαν αντιμετωπίσει κατάσταση ακραίας υλικής στέρησης, η οποία θα μπορούσε να υπαχθεί στο άρθρο 3.

Οι προσφεύγοντες, ήταν ανύπαντροι, βρέθηκαν σε μια κατάσταση υλικής στέρησης. Προκειμένου να καλύψουν τις βασικές τους ανάγκες, βασίστηκαν εξ ολοκλήρου στην υλική και οικονομική στήριξη που όφειλαν να λάβουν σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία για όσο διάστημα είχαν άδεια να παραμείνουν στη  Γαλλία ως αιτούντες άσυλο. Σύμφωνα με το γαλλικό σύστημα που ίσχυε τότε, οι παράνομοι μετανάστες που ήθελαν να ζητήσουν άσυλο στη Γαλλία έπρεπε να υποβάλουν αίτηση για άδεια παραμονής αιτούντος άσυλο. Το Άρθρο R 742- 1 του Κώδικα για την είσοδο και διαμονή των αλλοδαπών και το δικαίωμα ασύλου έθετε προθεσμία 15 ημερών, από τη στιγμή που ο υποψήφιος αιτών παρουσιάσει τα απαραίτητα έγγραφα στη Νομαρχία, για την καταχώριση της αίτησης ασύλου από τις αρχές και για να χορηγήσει στο άτομο νόμιμα παραμονή στην επικράτεια. Στην πράξη, αυτή η περίοδος κυμαίνονταν κατά μέσο όρο μεταξύ 3 και 5 μηνών, ανάλογα με την Νομαρχία.

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι μεταξύ του χρόνου που οι Ν.Η. και Κ.Τ. είχε απευθυνθεί στη Νομαρχία για να υποβάλουν αίτηση ασύλου και της ημερομηνίας κατά την οποία η αίτησή τους για άσυλο καταχωρήθηκε, είχαν περάσει 95 ημέρες για τον Ν.Η. και 131 ημέρες για τον Κ.Τ.  Του Α.J. του είχε δοθεί προσωρινή άδεια παραμονής αιτούντος άσυλο 90 ημέρες μετά την υποβολή αίτησης ασύλου στη Νομαρχία και, τέλος, ο S.G. είχε καταφέρει να εξεταστεί η αίτηση ασύλου του σε 28 ημέρες μετά το πρώτο ραντεβού του με τις αρχές μετανάστευσης στη Νομαρχία.

Οι Ν.Η., Κ.Τ. και A.J. είχαν, ως εκ τούτου, ισχυριστεί ότι, κατά τη διάρκεια αυτών των περιόδων, δεν τους χορηγήθηκε καθεστώς αιτούντων άσυλο και ότι, κατά συνέπεια, δεν μπορούσαν να διεκδικήσουν ούτε στέγαση, ούτε προσωρινό επίδομα, παραμένοντας  παράνομα κάτοικοι στη Γαλλία.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι, πριν από την καταχώριση των αιτήσεων ασύλου τους, οι προσφεύγοντες δεν είχαν καταφέρει να αποδείξουν το καθεστώς τους ως αιτούντων άσυλο. Για αυτόν τον λόγο, οι N.H. και A.J. είχαν προσφύγει στο δικαστή επειγουσών διαδικασιών του Διοικητικού Δικαστηρίου για να διατάξει τον Νομάρχη να εξετάσει τις αιτήσεις διαμονής τους με βάση το άσυλο και την έκδοση προσωρινής άδειας παραμονής. Αυτές οι διαδικασίες ήταν ανεπιτυχείς. Επιπλέον, το Δικαστήριο σημείωσε ότι στο εσωτερικό δίκαιο, η χορήγηση προσωρινού επιδόματος εξαρτάται από την κατάθεση στο κέντρο εργασίας της άδειας  παραμονής του αιτούντος άσυλο και της απόδειξης ότι έχει υποβληθεί η σχετική αίτηση στον OFPRA.

Οι Ν.Η., Κ.Τ. και A.J. δήλωσαν ότι, καθώς δεν μπόρεσαν να αποδείξουν το καθεστώς τους ως αιτούντων άσυλο, είχαν ζήσει για 95, 131 και 90 ημέρες, αντίστοιχα, με το φόβο σύλληψης και απέλασης στη χώρα καταγωγής τους. Το Δικαστήριο σημείωσε ότι, πριν τους χορηγηθεί η άδεια παραμονής αιτούντων άσυλο, θα μπορούσαν πράγματι να απελαθούν. Βασιζόμενοι στις παρατηρήσεις τρίτων παρεμβαινόντων και στις επίσημες εκθέσεις των γαλλικών αρχών, το Δικαστήριο δεν αμφισβήτησε την πραγματικότητα των φόβων των αιτούντων άσυλο.

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι καθ’ όλη τη διαδικασία ασύλου, η οποία ξεκίνησε με τη χορήγηση στους προσφεύγοντες ταχυδρομικής διεύθυνσης ή με το πρώτο ραντεβού τους με τη Νομαρχία, οι προσφεύγοντες διέμεναν στο δρόμο, είτε κάτω από γέφυρες στο Παρίσι είτε στις όχθες ενός ποταμού Aude σε σκηνές τις οποίες δανείστηκαν από ιδιώτες. Επιπλέον, ο Ν.Η. δεν είχε λάβει ποτέ το προσωρινό επίδομα παρά τις επίσημες προσπάθειες που είχε κάνει. Ζούσε κάτω από τις γέφυρες του καναλιού του Αγίου Μάρτιν σε μια  εξαιρετικά επισφαλή κατάσταση από τις 26 Μαρτίου έως τις 17 Δεκεμβρίου 2013, δηλαδή για 262 ημέρες. Ο Α.J. ζούσε  στο δρόμο σε παρόμοιες συνθήκες για 170 ημέρες, από τις 23 Οκτωβρίου 2014 έως τις 14 Απριλίου 2015. Παρά τις  παραστάσεις και εκκλήσεις του A.J., του χορηγήθηκε το προσωρινό επίδομα στις 12 Φεβρουαρίου 2015 και άρχισε να λαμβάνει το επίδομα από τις 5 Μαρτίου 2015 και μετά. Ο  Α.J. είχε επομένως παραμείνει χωρίς πόρους από τις 23 Οκτωβρίου 2014 έως τις 5 Μαρτίου 2015, δηλαδή 133 ημέρες.

Τέλος, το Δικαστήριο σημείωσε ότι οι S.G. και K.T. είχε ζήσει για τουλάχιστον 9 μήνες στις όχθες του ποταμού Aude ο καθένας σε μια σκηνή. Ο Κ.Τ., ο οποίος δεν ήταν πλέον παράνομος κάτοικος στη Γαλλία από τις 21 Μάιου του 2013, είχε αρχίσει να λαμβάνει το προσωρινό επίδομα στις 15 Ιουλίου 2013. Από την πρώτη του συνάντηση στη Νομαρχία, ο Κ.Τ. παρέμενε χωρίς πόρους για 185 ημέρες. Ο S.G. είχε λάβει το Προσωρινό Επίδομα 63 ημέρες μετά την πρώτη του συνάντηση στη Νομαρχία. Το Δικαστήριο ως εκ τούτου,  σημείωσε ότι ο Ν.Η. ζούσε στους δρόμους χωρίς οικονομικούς πόρους και ότι ο Κ.Τ. και A.J., οι οποίοι ζούσαν υπό τις ίδιες συνθήκες, είχαν λάβει το επίδομα μόνο μετά από καθυστερήσεις  185 και 133 ημερών αντίστοιχα.

Το Στρασβούργο τόνισε ότι γνώριζε τη συνεχόμενη αύξηση του αριθμού των αιτούντων άσυλο από το  2007 και του σταδιακού κορεσμού της Εθνικής Υπηρεσίας Υποδοχής. Σημείωσε ότι τα γεγονότα της υπόθεσης συνδέονταν με αυτή την σταδιακή ανάπτυξη, χωρίς να υπάρχει εξαιρετική ανθρωπιστική ανάγκη. Σημείωσε τις προσπάθειες που κατέβαλαν οι γαλλικές αρχές για δημιουργία πρόσθετης στέγασης  και μείωση του χρόνου που απαιτείται για την εξέταση των αιτήσεων ασύλου. Ωστόσο, οι περιστάσεις αυτές δεν αποκλείουν την πιθανότητα η κατάσταση των αιτούντων άσυλο να υπάγεται στο άρθρο 3 της σύμβασης.

Το ΕΔΔΑ επισήμανε, πρώτον, ότι πριν από την καταχώριση των αιτήσεών τους για άσυλο, οι N.H., K.T. και Α.J δεν ήταν σε θέση, λόγω των καθυστερήσεων, να αιτιολογήσουν το καθεστώς τους ως αιτούντων άσυλο για μεγάλα χρονικά διαστήματα.

Ο Ν.Η. έλαβε επικουρική προστασία 229 ημέρες μετά την άφιξή του στη Γαλλία. 188 ημέρες είχαν περάσει  μεταξύ του πρώτου ραντεβού του A.J. στη Νομαρχία και της αναγνώρισης του καθεστώτος του ως πρόσφυγα από τον OFPRA, και στις περιπτώσεις των S.G. και K.T., οι αιτήσεις ασύλου τους απορρίφθηκαν από τον OFPRA μετά από  448 και 472 ημέρες αντίστοιχα.

Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι γαλλικές αρχές δεν εκπλήρωσαν τα καθήκοντά τους έναντι των προσφευγόντων  σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία. Επομένως, έπρεπε να θεωρηθούν υπεύθυνοι για τις συνθήκες υπό τις οποίες οι προσφεύγοντες ζούσαν για αρκετούς μήνες. Διέμεναν στο δρόμο, χωρίς πρόσβαση σε εγκαταστάσεις υγιεινής, δεν είχαν κανένα μέσο διαβίωσης και συνεχώς φοβούνταν μην τους επιτεθούν ή τους ληστέψουν. Οι προσφεύγοντες υπήρξαν συνεπώς θύματα εξευτελιστικής μεταχείρισης και έλλειψης σεβασμού της αξιοπρέπειας τους. Η κατάστασή τους είχε προκαλέσει αισθήματα φόβου, άγχους και κατωτερότητας, που θα μπορούσαν να προκαλέσουν απόγνωση. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι τέτοιες συνθήκες διαβίωσης, σε συνδυασμό με έλλειψη κατάλληλης ανταπόκρισης από τις Γαλλικές αρχές και με το γεγονός ότι τα εγχώρια δικαστήρια είχαν συστηματικά ισχυριστεί ότι οι αρμόδιοι φορείς δεν διέθεταν πόρους λόγω του γεγονότος ότι ήταν ανύπαντροι, είχαν υπερβεί το κατώτατο όριο σοβαρότητας που απαιτεί το άρθρο 3 της σύμβασης. Οι τρεις προσφεύγοντες Ν.Η., Κ.Τ. και A.J., βρέθηκαν, εξαιτίας υπαιτιότητας των γαλλικών αρχών, σε μια κατάσταση που ήταν ασυμβίβαστη με το άρθρο 3 της σύμβασης. Υπήρξε επομένως παραβίαση αυτού του άρθρου.

Όσον αφορά τον προσφεύγοντα S.G., το Δικαστήριο σημείωσε ότι είχε λάβει αναγνώριση της αίτησης ασύλου 28 ημέρες μετά το πρώτο ραντεβού του με τη Νομαρχία και αυτός – αν και  στην πραγματικότητα ζούσε σε μια σκηνή – είχε λάβει το προσωρινό επίδομα 63 ημέρες μετά την πρώτη του συνάντηση. Όσο δύσκολη και αν ήταν αυτή η περίοδος, του είχαν παρασχεθεί τότε τα μέσα για να καλύψει τις βασικές του ανάγκες. Συνεπώς, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι συνθήκες διαβίωσης δεν είχαν ανέλθει στο όριο σοβαρότητας που απαιτείται από το άρθρο 3 και ότι συνεπώς δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 3 σχετικά με τον S.G.

Άρθρο 8 και άρθρο 13 σε συνδυασμό με το άρθρο 8 (αίτηση αριθ. 28820/13)

Έχοντας υπόψη τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, τα επιχειρήματα των διαδίκων και τα συμπεράσματα σύμφωνα με το άρθρο 3, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε ανάγκη ξεχωριστής εξέτασης αυτών των καταγγελιών.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Γαλλία όφειλε να καταβάλει 10.000 ευρώ στον Ν.Η., 10.000 ευρώ στον .T. και  12.000 στον A.J. για ηθική βλάβη και 2.396,80 ευρώ στον Ν.Η. ως αποζημίωση.

 

 


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες