Αυθαίρετες δικαστικές αποφάσεις ισοδυναμούν με αρνησιδικία. Η αυθαίρετη απόρριψη αγωγής εργαζομένου που διεκδικούσε βασικά επιδόματα παραβίασε τη δίκαιη δίκη

ΑΠΟΦΑΣΗ

Lazarević κατά Βοσνίας και Ερζεγοβίνης της 14.01.2020 (αριθ. προσφ. 29422/17)

βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Αγωγή για επιδίκαση επιδομάτων σε εργαζόμενο. Αυθαίρετη δικαστική απόφαση απέρριψε την αγωγή του παρά την νομοθετική πρόβλεψη και την προγενέστερη νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου. Παραβίαση της δίκαιης δίκης.

Ο προσφεύγων εργαζόταν σε δημόσια σιδηροδρομική εταιρεία αλλά απολύθηκε το 2012. Άσκησε αγωγή ενώπιον των εγχώριων δικαστηρίων, διεκδικώντας αποζημίωση απόλυσης και επιδόματα αδείας και γευμάτων,  ωστόσο του επιδικάστηκε μόνο η αποζημίωση απόλυσης. Εξάντλησε όλα τα εγχώρια ένδικα μέσα, προσφεύγοντας και στο Συνταγματικό Δικαστήριο, το οποίο, αν και αναγνώρισε τις διατάξεις της Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας όσον αφορά τα παραπάνω επιδόματα, απέρριψε ως αβάσιμη την προσφυγή.

Το Στρασβούργο επανέλαβε ότι δεν μπορεί να υποκαταστήσει τα εγχώρια Δικαστήρια στην εφαρμογή της νομοθεσίας του κάθε κράτους, παρεμβαίνει όμως μόνο όταν διαπιστώσει «αρνησιδικία», που αποτελεί παραβίαση του δικαιώματος δίκαιης δίκης.

Στην προκείμενη περίπτωση το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι κανένα εγχώριο Δικαστήριο, ακόμα και το Συνταγματικό Δικαστήριο  δεν εφάρμοσαν ορθά την εργατική νομοθεσία και τις διατάξεις της Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, ούτε εφάρμοσαν προγενέστερη εθνική νομολογία παρόλο που ήταν σαφείς και συγκεκριμένες με αποτέλεσμα ο προσφεύγων  να στερηθεί τη δίκαιη δίκη. Παραβίαση του άρθρου 6§1 της Σύμβασης.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 6§1

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων, Slobodan Lazarević, είναι υπήκοος της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης, ο οποίος γεννήθηκε το 1960 και ζει στο Doboj (Βοσνία και Ερζεγοβίνη).

Η υπόθεση αφορούσε την καταγγελία του προσφεύγοντος σχετικά με μια σειρά εργασιακών διαδικασιών μετά την αναγγελία της απόλυσής του  από τη δημόσια σιδηροδρομική εταιρεία.

Ο προσφεύγων απολύθηκε το 2012 και κατέθεσε αγωγή κατά της εταιρείας σιδηροδρόμων αναφορικά με την αποζημίωση, τα επιδόματα γευμάτων και τις συνταξιοδοτικές εισφορές. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την αξίωσή του για αποζημίωση λόγω απόλυσης, αλλά απέρριψε τις λοιπές απαιτήσεις λόγω της πενιχρής οικονομικής κατάστασης του πρώην εργοδότη του.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση αυτή και το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την αναίρεσή του. Τελικά, το 2016, ο προσφεύγων κατέθεσε συνταγματική προσφυγή, υποστηρίζοντας ότι το εσωτερικό δίκαιο ορίζει σαφώς ότι οι εργαζόμενοι είχαν δικαίωμα σε ορισμένες παροχές που σχετίζονται με την εργασία και ότι οι αποφάσεις στην υπόθεση του έρχονταν σε αντίθεση με τη πρόσφατη εγχώρια νομολογία. Ωστόσο, το Συνταγματικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή του ως προδήλως αβάσιμη.

Βασιζόμενος στο άρθρο 6 § 1 (δικαίωμα ακρόασης) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι οι αποφάσεις στην υπόθεση του ήταν άδικες, καθώς ήταν αντίθετες με την εθνική νομοθεσία και τη νομολογία των ανώτατων δικαστηρίων.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Το Δικαστήριο συμφωνεί με την κυβέρνηση ότι δεν είναι καθήκον του να υποκαταστήσει τα εθνικά δικαστήρια. Είναι πρωτίστως για τις εθνικές αρχές, ιδίως τα δικαστήρια, να επιλύουν προβλήματα ερμηνείας της εσωτερικής νομοθεσίας. Ωστόσο, το Δικαστήριο μπορεί να διαπιστώσει παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης εάν τα συμπεράσματα του εθνικού δικαστηρίου είναι αυθαίρετα ή προδήλως παράλογα, οδηγώντας σε «αρνησιδικία» .

Όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, το Δικαστήριο  διαπιστώνει ότι το άρθρο 33 της γενικής συλλογικής συμβάσεως, που ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, προβλέπει σαφώς ότι κάθε εργαζόμενος δικαιούται επίδομα γευμάτων και επιδόματος αδείας στα ποσά που υπολογίζονται σύμφωνα με τη διάταξη αυτή. Πράγματι, αυτό επιβεβαιώθηκε σε παρόμοια περίπτωση σε προγενέστερη απόφαση  του  Ανωτάτου Δικαστηρίου, το οποίο, αναφέρθηκε στον «επιτακτικό και υποχρεωτικό χαρακτήρα» των παροχών που συνδέονται με την εργασία, ανεξάρτητα από την οικονομική κατάσταση του εργοδότη. Στη συνέχεια, το Συνταγματικό Δικαστήριο επιβεβαίωσε τη συλλογιστική του Ανώτατου Δικαστηρίου, θεωρώντας ότι η διάταξη σχετικά με την υποχρέωση καταβολής των επίμαχων επιδομάτων  ήταν σαφής, ειδική  και μη αμφισβητούμενη

 

Εντούτοις, κατά την εξέταση της αγωγής του προσφεύγοντος για τα επιδόματα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αγνόησε τη διάταξη αυτή αλλά και την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και απέρριψε τον ισχυρισμό του προσφεύγοντος, στηριζόμενο σε άσχετους λόγους – δηλαδή στην οικονομική κατάσταση του πρώην εργοδότη του. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν διόρθωσε αυτό το σφάλμα, αλλά επανέλαβε τη συλλογιστική του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κρίνει ότι τέτοιες αυθαίρετες αποφάσεις του Πρωτοδικείου Doboj και του Επαρχιακού Δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου Doboj κατέληξαν σε αρνησιδικία στην περίπτωση του προσφεύγοντος.

Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η ασκηθείσα αναίρεση του προσφεύγοντος προς το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίφθηκε ως αβάσιμη και επομένως δεν εξετάστηκε επί της ουσίας. Επαναλαμβάνει συναφώς ότι η εφαρμογή ενός κατώτατου ορίου ratione valoris για την άσκηση αναίρεσης ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου αποτελεί θεμιτή και εύλογη διαδικαστική απαίτηση λαμβανομένης υπόψη της ίδιας της ουσίας του ρόλου του Δικαστηρίου να ασχολείται μόνο με ζητήματα που έχουν την απαιτούμενη σημασία.

Περαιτέρω ο προσφεύγων κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, είχε στην διάθεση του  κατά των προσβαλλόμενων αποφάσεων το δικαίωμα άσκησης συνταγματικής προσφυγής και το χρησιμοποίησε. Στην προσφυγή του ο προσφεύγων παραπονέθηκε ότι, παρά τη σαφή νομική διάταξη, τα εθνικά δικαστήρια απέρριψαν το αίτημά του για άσχετους λόγους και αναφέρθηκε στην προαναφερθείσα απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου καθώς και στην ερμηνεία και τον έλεγχο των διατάξεων  της Γενικής Συλλογικής Σύμβασης. Εντούτοις, το Συνταγματικό Δικαστήριο απέρριψε συνοπτικά την προσφυγή του προσφεύγοντος ως προδήλως αβάσιμη, παρά τη σχετική νομολογία του, στην οποία αναφέρεται ότι η επίμαχη διάταξη, ήτοι το άρθρο 33 της Γενικής Συλλογικής Συμφωνίας, «δεν ήταν ασαφής και διφορούμενη, αλλά ακριβώς το αντίθετο».

Οι προηγούμενες σκέψεις αρκούν για να καταστήσουν δυνατό στο Δικαστήριο να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το Πρωτοδικείο Doboj και το Επαρχιακό Δικαστήριο του Doboj δεν διεξήγαγαν μία  δίκαιη δίκη στην υπόθεση του προσφεύγοντος και ότι αυτό δεν διορθώθηκε από το Συνταγματικό Δικαστήριο.

Παραβίαση του δικαιώματος δίκαιης δίκης (άρθρο 6 § 1)

Δίκαιη ικανοποίηση: Ο προσφεύγων ζήτησε 1.704,39 ευρώ ως αποζημίωση εξαιτίας της απόρριψης επιδίκασης των επιδομάτων  που ζητήθηκαν στο πλαίσιο της εσωτερικής διαδικασίας. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η εθνική νομοθεσία στις αστικές υποθέσεις προέβλεπε αναψηλάφηση της δίκης μετά απόφαση του ΕΔΔΑ. Κατόπιν αυτού  επιδίκασε  ποσό 1.349,80 ευρώ για έξοδα και δαπάνες (επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες