Υπερασπιστές Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων: Η θέση τους στο Διεθνές Νομικό Πλαίσιο

Της Μάγιας Μήνα, Δικηγόρου, ΜΔΕ Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου ΕΚΠΑ

(Αναδημοσίευση από το νομικό περιοδικό ΘΕΩΡΙΑ ΚΑΙ ΠΡΑΞΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ, Νομική Βιβλιοθήκη, Ιούνιος 2018, έτος 11ο, τευχ. 107, σελ. 499-512)

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Αντικείμενο της παρούσας μελέτης αποτελεί η σκιαγράφηση της έννοιας των υπερασπιστών ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο διεθνές νομικό περιβάλλον, και η διερεύνηση του υφιστάμενου διεθνούς νομικού πλαισίου για την προστασία των δικαιωμάτων τους. Η μελέτη ολοκληρώνεται με συμπεράσματα και διατύπωση προτάσεων για την περαιτέρω ενίσχυση του πλέγματος προστασίας.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αποτελεί διαχρονικά μια τολμηρή και ριψοκίνδυνη επιλογή. Σήμερα, άτομα και ομάδες από όλον τον κόσμο, προερχόμενα από κάθε φυλή ή εθνικότητα, ανεξαρτήτου φύλου ή κοινωνικής προέλευσης, στοχοποιούνται καθημερινά για αυτήν τους την επιλογή. Τα παραδείγματα, δυστυχώς, ποικίλλουν[1]. Ενδεικτικά, πρόσφατα μία εκ των δημοσιογράφων που διερευνούσαν την υπόθεση των «panama papers» δολοφονήθηκε στη Μάλτα από άγνωστους δράστες. Στην Αίγυπτο ένας δικηγόρος ανθρωπίνων δικαιωμάτων συνελήφθη, καθώς επιβιβαζόταν σε πτήση προς τα όργανα των Ηνωμένων Εθνών στη Γενεύη. Στην Τουρκία οι αρχές επιρρίπτουν καθημερινά κατηγορίες τρομοκρατίας σε ακτιβιστές. Παράλληλα, στην Κένυα σημειώθηκαν περιστατικά ακραίας αστυνομικής βίας με στόχο την καταστολή ειρηνικών συναθροίσεων ομάδων, αλλά και στη Ρωσία συνελήφθησαν ομάδες ατόμων που διαδήλωναν κατά της διαφθοράς.

Όλα τα ως άνω βαλλόμενα πρόσωπα και ομάδες διαθέτουν ως κοινό στόχο την συντονισμένη δράση για την προώθηση και προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ταυτόχρονα μοιράζονται την κοινή ανάγκη να προστατευθούν αποτελεσματικά από τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν κατά την υλοποίηση του ως άνω έργου. Ο κοινός σκοπός και η κοινή ανάγκη οδηγεί στο να εξετασθεί η δυνατότητα να τους εντάξουμε σε ένα κοινό πλαίσιο διεθνούς προστασίας, αυτής των «υπερασπιστών ανθρωπίνων δικαιωμάτων».

Αντικείμενο, λοιπόν, της παρούσας μελέτης θα αποτελέσει το να σκιαγραφηθεί η  έννοια του υπερασπιστή ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο διεθνές νομικό περιβάλλον και δεύτερον το να ερευνηθεί εάν οι κίνδυνοι που φέρει αυτή η συγκεκριμένη κατηγορία προσώπων αντιμετωπίζονται από ένα αποτελεσματικό πλέγμα διεθνούς προστασίας. Έτσι, προς εκπλήρωση των ως άνω στόχων, θα πρέπει να ανατρέξουμε στα διεθνή νομικά εργαλεία, ειδικά και γενικά, που έχουν τεθεί για την προστασία τους. Τα ειδικά εργαλεία προστασίας αποτελούν τα κείμενα και οι μηχανισμοί που έχουν θεσπιστεί αποκλειστικά και μόνο για να υπαγάγουν την συγκεκριμένη κατηγορία ατόμων ή ομάδων. Στα γενικά εργαλεία, από την άλλη, εντάσσονται οι σημαντικότερες διεθνείς συμβάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και οι ήδη υφιστάμενοι θεσμοί, ενώπιον των οποίων μπορούν να απευθυνθούν διάφορες κατηγορίες προσώπων, ανάμεσα στις οποίες και οι υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1: ΕΙΔΙΚΑ ΕΡΓΑΛΕΙΑ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Ι. ΚΕΙΜΕΝΑ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Η διεθνής προστασία των υπερασπιστών ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατοχυρώνεται σε κείμενα παγκόσμιας  και περιφερειακής εμβέλειας, γεγονός που καταδεικνύει πρώτον την αξιολόγηση του έργου των υπερασπιστών ως σημαντικού από την διεθνή κοινότητα και δεύτερον την επιτακτική ανάγκη αποτελεσματικής προστασίας τους από τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν λόγω αυτού. Η ερμηνεία των κειμένων αυτών αποτελεί τη βάση, πάνω στην οποία είναι δυνατή η σκιαγράφηση της έννοιας του όρου «υπερασπιστής ανθρωπίνων δικαιωμάτων», ήτοι ποια πρόσωπα έχουν αυτή την ιδιότητα και άρα σε ποιους απευθύνεται η παρεχόμενη προστασία.

Η ανάγκη ύπαρξης νομικών κειμένων προστασίας των υπερασπιστών ανθρωπίνων δικαιωμάτων υποδηλώνει τα φαινόμενα καταπάτησης των δικαιωμάτων τους. Κρατικές αρχές και ιδιωτικοί φορείς, αμφότεροι καθίστανται παραβάτες των δικαιωμάτων των υπερασπιστών, παρακωλύοντας το έργο τους. Οι παραβιάσεις στρέφονται κυρίως κατά της φυσικής ακεραιότητας, ασφάλειας και αξιοπρέπειας τους ή βάλλουν το πλαίσιο που αυτοί δραστηριοποιούνται[2]. Υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων πέφτουν θύματα δολοφονιών για να εξασφαλισθεί η σιωπή τους, διώκονται ποινικά με τις κατηγορίες της διατάραξης της δημόσιας τάξης ή της συκοφαντικής δυσφήμησης, διότι συμμετείχαν σε μια ειρηνική διαδήλωση[3] ή επειδή αποκάλυψαν ατασθαλίες του πολιτικού βίου. Άλλοτε, καταδικάζονται βάσει ασαφών νομοθεσιών, ενώ οι αντίστοιχες ποινές τους παραβιάζουν σε διάρκεια την αρχή της αναλογικότητας. Το πλαίσιο στο οποίο ενεργούν καθίσταται, επίσης, ιδιαίτερα εχθρικό για τους υπερασπιστές, όταν οι κρατικές αρχές τους απαγορεύσουν να ιδρύουν οργανώσεις με σκοπό την προώθηση των ιδεών τους. Όσον αφορά τον χώρο της δράσης τους, δεν είναι λίγες οι φορές που τα γραφεία ή και οι οικίες των υπερασπιστών έχουν διαρρηχθεί και βανδαλιστεί με σκοπό τη συλλογή στοιχείων.

O Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών αναγνώρισε από νωρίς τον κομβικό ρόλο των υπερασπιστών στην προσπάθεια εδραίωσης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ανά τον κόσμο και τους κινδύνους που αυτοί έρχονται αντιμέτωποι. Στις 9 Δεκεμβρίου 1998, με το ψήφισμα 53/144, η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων εθνών υιοθέτησε την Διακήρυξη για το Δικαίωμα και την Ευθύνη των Ατόμων και Κοινωνικών Ομάδων και Φορέων για την Προώθηση και την Προάσπιση των Διεθνών Αναγνωρισμένων Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, γνωστή ως Διακήρυξη για τους υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων[4]. Από τα περιεχόμενο της Διακήρυξης, σε συνδυασμό με το υπ’ αριθμ. 29 ενημερωτικό δελτίο, που εξέδωσε το Γραφείο του Ύπατου Επιτρόπου των Ηνωμένων Εθνών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα προκύπτει ότι ο όρος «υπερασπιστής ανθρωπίνων δικαιωμάτων» χρησιμοποιείται για να περιγραφεί το πρόσωπο εκείνο, το οποίο «ατομικά ή μαζί με άλλους, δρα για να προωθήσει ή να προστατέψει τα ανθρώπινα δικαιώματα[5]». Πράγματι, στο προοίμιο της η Διακήρυξη για τους υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων αναφέρεται σε άτομα, ομάδες και συλλόγους που έχουν ως έργο τη συνεισφορά στην πραγματική εξάλειψη όλων των παραβιάσεων των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών λαών και ατόμων[6], ενώ το άρθρο 12 αυτής αναγνωρίζει το δικαίωμα όλων των ανθρώπων να συμμετέχουν ατομικά ή συλλογικά σε δραστηριότητες κατά των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών. Η πρωτοβουλία δράσεων στο πεδίο της προώθησης των θεμελιωδών δικαιωμάτων λαμβάνει χώρα από οποιονδήποτε το επιθυμεί ανεξαρτήτου ηλικίας, προέλευσης και φύλου.

Η Διακήρυξη δεν ενέχει από μόνη της νομικά δεσμευτικό χαρακτήρα, ούτε τα δικαιώματα που περιλαμβάνονται στις διατάξεις της είναι «νέα». Αποτελεί περισσότερο μία «κωδικοποίηση των ήδη κατοχυρωμένων δικαιωμάτων σε άλλα διεθνή και περιφερειακά νομικά κείμενα, όπως το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα ή η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, προκειμένου να εφαρμοσθούν στην περίπτωση των υπερασπιστών ανθρωπίνων δικαιωμάτων[7]». Απόδειξη τούτου αποτελεί η κατοχύρωση των δικαιωμάτων της ειρηνικής συνάθροισης και της δημιουργίας ένωσης, αλλά και της ελευθερίας έκφρασης, ως απαραίτητα «εργαλεία στην φαρέτρα» του υπερασπιστή. Παρόλα αυτά, όπως σημειώνεται στο υπ’ αριθμ. 29 Ενημερωτικό Δελτίο, η Γενική Συνέλευση μέσα από την ομόφωνη έγκριση του κειμένου αυτού, απέδειξε ότι το περιεχόμενο του αποτελεί «ισχυρή κρατική δέσμευση των κρατών και αποτελεί την αρχή της συζήτησης για τη δημιουργία ενός δεσμευτικού κειμένου για τους υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων[8]». Σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα από τη δεσμευτικότητα ή μη το κειμένου αυτού, μέσω της πρακτικής εφαρμογής της Διακήρυξης και της υλοποίησης των αρχών της, δύνανται να τεθούν οι προϋποθέσεις ασφαλούς δράσης των υπερασπιστών.

Όπως διαφαίνεται από τα ανωτέρω, ο ορισμός είναι ευρύς και ευέλικτος, γεγονός που συντελεί στο να εντάσσονται στο προστατευτικό πεδίο των υπερασπιστών όσο το δυνατόν περισσότερες ενέργειες που να συνιστούν δράσεις υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η απόδοση του ως άνω χαρακτηρισμού εξαρτάται από τις αρχές τις οποίες υπερασπίζονται οι φερόμενοι υπερασπιστές ανάλογα με τη φύση του έργου τους[9]. Αυτό μας οδηγεί στο να κατανοήσουμε το έργο του υπερασπιστή περισσότερο ως μια δραστηριότητα σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, παρά σε μια ταυτότητα[10]. Αξίζει να αναφερθεί ότι ο ορισμός προσδίδει ισάξια έμφαση τόσο στην προστασία του υπερασπιστή, όσο και στην προώθηση του έργου του[11], σε αντίθεση με προγενέστερο ορισμό[12], ο οποίος έδινε έμφαση στην προστασία.

Ο υπερασπιστής, αρχικά, δεν δεσμεύεται ως προς την επιλογή των δικαιωμάτων που επιθυμεί να προστατεύσει, ούτε ως προς τρόπο υλοποίησης αυτού του σκοπού. Ο υπερασπιστής ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχει την ευχέρεια να προωθεί τόσο τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, όσο και τα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά δικαιώματα[13], όπως  το δικαίωμα στην υγεία και την στέγαση[14]. Το περιεχόμενο της δράσης των υπερασπιστών μπορεί να έχει διάφορες μορφές, όπως της συλλογής πληροφοριών για τυχόν παραβιάσεις, με τη συνακόλουθη σύνταξη ενημερωτικών περιοδικών εκθέσεων για άσκηση πολιτικής πίεσης[15], της παροχής νομικής, ψυχολογικής ή συμβουλευτικής συνδρομής στα θύματα, της έρευνας για απόδοση της ευθύνης των παραβιάσεων, με στόχο τον τερματισμό της ατιμωρησίας των παραβατών[16], όπως τέλος της ενημέρωσης τόσο του λαού για τα δικαιώματα του, όσο των κρατικών ή ιδιωτικών φορέων για τις υποχρεώσεις τους απέναντί του.

Το εδαφικό πεδίο δράσης τους έχει παγκόσμια εμβέλεια, καθώς μπορεί να εκτείνεται σε όλα τα κράτη του κόσμου, όπως διαφαίνεται από το άρθρο 1 της Διακήρυξης. Να σημειωθεί ότι το δημοκρατικό ή μη πολίτευμα των κρατών δεν ασκεί ουδεμία σημασία στη δυνατότητα δράσης τους[17]. Όσοι υπερασπιστές δραστηριοποιούνται σε εθνικό ή τοπικό επίπεδο, μπορούν να συνεργάζονται στενά με διεθνή όργανα και μηχανισμούς, κοινοποιώντας τους τις πληροφορίες που συλλέγουν για την τήρηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και να δημιουργούν έτσι ένα ενιαίο διεθνές δίκτυο προστασίας[18].

Οι υπερασπιστές μπορούν να δρουν με επαγγελματική ιδιότητα ή χωρίς αυτήν[19]. Ορισμένα επαγγέλματα τίθενται συχνότερα στην υπηρεσία της προώθηση των δικαιωμάτων, όπως οι δικηγόροι και οι δημοσιογράφοι. Ωστόσο, η παραδοχή αυτή δεν τους καθιστά apriori υπερασπιστές, πρέπει επιπρόσθετα με τη δράση τους να προωθούν πράγματι τα ανθρώπινα δικαιώματα. Το υπ’ αριθμ. 29 ενημερωτικό δελτίο παρέχει ερμηνευτικά παραδείγματα, προκειμένου να κατανοήσουμε την ιδιότητα του υπερασπιστή. Υπερασπιστής, λοιπόν, μπορεί να θεωρηθεί ο δημοσιογράφος, όταν καταγγέλλει παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και όχι όταν γράφει σε κοσμικές στήλες ή ο δικηγόρος όταν προσφεύγει ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και όχι όταν συνάπτει μια εμπορική σύμβαση με καθαρά οικονομικό περιεχόμενο, ο συνδικαλιστής όταν διεκδικεί τα δικαιώματα των εργαζομένων της ένωσής του κι όχι όταν απλώς ασκεί το επάγγελμά του. Ακόμα κι επαγγελματίες κλάδων χωρίς προφανή σχέση με την προστασία ανθρωπίνων δικαιωμάτων ενδέχεται μέσα από συγκεκριμένη δράση τους να καταστούν υπερασπιστές, όπως ενδεικτικά οι φυσικοί επιστήμονες όταν λαμβάνουν υπόψη τις επιπτώσεις των ανακαλύψεών τους ή οι ιατροί που σώζουν τις ζωές των ασθενών τους. Κρατικοί φορείς, όπως οι δικαστικές και οι αστυνομικές αρχές ή ακόμα και διακυβερνητικοί οργανισμοί[20], παρά την ιδιότητά τους, μπορούν να δράσουν υπό προϋποθέσεις ως υπερασπιστές, όταν διασφαλίζουν τα δικαιώματα των πολιτών. Αλλά και εκτός επαγγελματικού πεδίου, υπερασπιστές αποτελούν ενδεικτικά όσοι δραστηριοποιούνται εθελοντικά σε μη κυβερνητικές οργανώσεις, μαθητές που διοργανώνουν πορεία για αναμόρφωση του εκπαιδευτικού συστήματος, ολόκληρες κοινότητες που στεγάζουν και βοηθούν πρόσφυγες, αλλά και οι μάρτυρες στο δικαστήριο που βοηθούν στην τιμωρία των παραβατών ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Δεν μπορεί να μην γίνει ειδική αναφορά στο γεγονός ότι την ιδιότητα του υπερασπιστή μπορούν να κατέχουν τόσο άνδρες, όσο και γυναίκες. Μάλιστα, οι γυναίκες υπερασπίστριες έχουν να διαχειριστούν επιπλέον εμπόδια, όπως απειλές σεξουαλικής βίας που με έντονο τον κίνδυνο στιγματισμού τους[21], τη μη ισότιμη αντιμετώπιση τους σε πατριαρχικές κοινωνίες και την ταυτόχρονη εκπλήρωση του μητρικού τους ρόλου[22]. Παρόλα αυτά, η παρουσία τους είναι δυναμική[23] ιδίως στον τομέα των αναγκαστικών εξαφανίσεων[24] και των προσφυγικών δικαιωμάτων[25]. Φυσικά, υπερασπιστές των δικαιωμάτων των γυναικών μπορεί να αποτελούν και άνδρες[26].

Πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι η μη σαφής απαρίθμηση των προσώπων που αποτελούν υπερασπιστές μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό ορισμένων ατόμων ή ομάδων από το να χαρακτηριστούν επίσημα ως υπερασπιστές, παρότι πράγματι είναι, μέσω περιοριστικών εθνικών ορισμών. Οι αιτίες οφείλονται είτε σε έλλειψη βούλησης των αρχών η σε κακή αξιολόγηση του κατά πόσον η δράση τους ανταποκρίνεται στο πνεύμα της Διακήρυξης[27]. Για παράδειγμα, στη νομοθεσία του Περού υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων αναγνωρίζονται μόνο όσοι δραστηριοποιούνται ενώπιον των δικαστηρίων[28]. Στο Μεξικό, η Εθνική Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων προσέδωσε την ιδιότητα του υπερασπιστή μόνο σε όσους ανήκαν σε κάποια μη κυβερνητική οργάνωση με αντικείμενο τα ανθρώπινα δικαιώματα[29]. Ταυτόχρονα, όμως, το γεγονός ότι στον ορισμό εντάσσονται άτομα και ομάδες από διαφορετικά υπόβαθρα, κουλτούρες και αντιλήψεις[30] σε συνδυασμό με το ότι ορισμένοι εξ αυτών καθίστανται υπερασπιστές από αναγκαιότητα ή ακόμα και τυχαία, συντείνει στο οι ίδιοι να μην αυτοχαρακτηρίζονται ως υπερασπιστές και επομένως να μην αναζητούν προστασία βάση των διεθνών μηχανισμών[31].

Ακολουθώντας, ωστόσο την διευρυμένη ερμηνεία του ΟΗΕ, υπερασπιστή ανθρωπίνων δικαιωμάτων αποτελεί όποιος το επιθυμεί, αρκεί να εργάζεται για την εδραίωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, χωρίς να περιορίζεται από την τυχόν συσταλτική εθνική νομοθεσία. Ωστόσο σύμφωνα με το υπ’ αριθμ. 29 ενημερωτικό δελτίο, ο υπερασπιστής ανθρωπίνων δικαιωμάτων πρέπει να ανταποκρίνεται σε τρία βασικά στοιχεία, προκειμένου να τύχει προστασίας.

Πρώτον, πρέπει να αποδέχεται τα ανθρώπινα δικαιώματα στο σύνολό τους. Τα ανθρώπινα δικαιώματα πρέπει να οριστούν ως «αντικειμενικά συστήματα (αξίες, κανόνες, θεσμούς) και συστήματα δράσης (κοινωνικές πρακτικές) που επιτρέπουν τη δημιουργία και εδραίωση πλαισίων πάλης για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια[32]». Πράγματι, αν τα άτομα επέλεγαν κατά το δοκούν ποια δικαιώματα θα σέβονταν και ποια όχι, αυτό θα παραβίαζε το πνεύμα του δικαίου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων συνολικά[33]. Δεν νοείται υπερασπιστής που να αναγνωρίζει για παράδειγμα τα ατομικά δικαιώματα και αρνείται τα κοινωνικά ή αποδέχεται τα δικαιώματα των ανδρών και να μην αναγνωρίζει ότι οι γυναίκες έχουν ίσα δικαιώματα με αυτούς[34]. Η αναγνώριση δε όλων των δικαιωμάτων για όλους ανεξαρτήτου φυλής, χρώματος, φύλου, γλώσσας, θρησκείας, πολιτικών απόψεων ή προέλευσης σύμφωνα με την Οικουμενική Διακήρυξη Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αποτελεί προϋπόθεση sine qua non για έναν υπερασπιστή ανθρωπίνων δικαιωμάτων[35]. Ωστόσο, αυτή η απαίτηση της ολικής αποδοχής, σύμφωνα με μία άποψη[36], έρχεται σε αντίθεση με την αρχή κατά την οποία ένα άτομο ή ομάδα μπορεί να λάβει την ιδιότητα του υπερασπιστή αποκλειστικά για συγκεκριμένο έργο του και όχι για το σύνολο της δραστηριότητάς του. Στο παράδειγμα του δικηγόρου που αναφέρθηκε παραπάνω, εάν ο ίδιος σε άλλες εκφάνσεις της επαγγελματικής του πορείας παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα, προκύπτει το ερώτημα του πως ακριβώς σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα στο σύνολό τους. Επομένως, κατά την άποψη αυτή, μεμονωμένες πράξεις δεν επαρκούν για να καταστήσουν ένα άτομο ή μια ομάδα υπερασπιστή ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Σε κάθε περίπτωση, προκειμένου να επιτευχθεί το κριτήριο της ολικής αποδοχής, ο υπερασπιστής καλείται να υιοθετήσει μία διαχρονικά θετική στάση υπέρ της εδραίωσης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, με την έννοια της μη παραβίασης αυτών.

Δεύτερον, πρέπει να υπερασπίζεται ένα δικαίωμα σύμφωνα με τις δικές τους πεποιθήσεις για το δικαίωμα αυτό. Αυτό σημαίνει ότι η εγκυρότητα των επιχειρημάτων του δεν ενδιαφέρει για τον χαρακτηρισμό του ως υπερασπιστή ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Για παράδειγμα, τα πολιτικά κόμματα της αντιπολίτευσης μπορούν να εκφράζουν δημόσιο λόγο, ακόμα κι αν η θέση που υποστηρίζουν δεν είναι η κρατούσα, ούτε η ορθή. Το ζήτημα αυτό έχει σημασία, διότι οι κρατικές αρχές σε ορισμένες χώρες ή η κοινή γνώμη τείνουν συχνά να χαρακτηρίζουν ορισμένους υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως λόγου χάρη αυτούς που υποστηρίζουν πολιτικούς κρατούμενους, ως μη αληθινούς υπερασπιστές, με την έννοια ότι ανήκουν σε λανθασμένη πλευρά[37]. Πράγματι, η δράση του στηριζόμενη σε σωστή ή λανθασμένη βάση πρέπει να ιδωθεί  ως μέρος «μιας ενεργούς διαδικασίας συνεχούς εκμάθησης, ανάπτυξης και βελτίωσης της πρακτικής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ενώ η ελάχιστη προϋπόθεση παραμένει το αν η δραστηριότητα του τίθεται στην υπηρεσία της υπεράσπισης ενός ανθρώπινου δικαιώματος[38]».

Τρίτον, οι υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων πρέπει να μεταχειρίζονται ειρηνικά μέσα για να προωθήσουν τις ιδέες τους, προκειμένου να εμπίπτουν στο προστατευτικό πλαίσιο της Διακήρυξης[39]. Παρότι, ο ορισμός του υπερασπιστή ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο άρθρο 1 της Διακήρυξης του ΟΗΕ δεν περιλαμβάνει ρητά τις λέξεις «με ειρηνικά μέσα», αυτό συνάγεται από επόμενα άρθρα της[40]. Θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι, ενώ η Διακήρυξη και το υπ’ αριθμ. 29 ενημερωτικό δελτίο αναφέρονται σε «ειρηνική δράση», το Γραφείο του Ειδικού Εισηγητή για τους υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων αναφέρθηκε σε «μη χρήση βίας» ως προϋπόθεση της προστασίας του υπερασπιστή[41]. Η διάκρισή είναι εφικτή μόνο μέσα από την κατανόηση του ευρύτερου περιβάλλοντος που δρα ο υπερασπιστής. Για παράδειγμα, η χρήση βίας ως αντίδραση σε μια ακραία επίθεση, «δηλαδή που χρησιμοποιείται μεν βία, ωστόσο ο άμεσος στόχος αυτής είναι η άμυνα και όχι η διατάραξη της ειρηνικής κατάστασης, καθώς στην πράξη αυτή έχει ήδη καταλυθεί», δεν μπορεί να συγκριθεί με τη χρήση βίας με σαφή πρόθεση «την πρόκληση βλάβης σε κάποιον[42]». Επομένως, σύμφωνα με την άποψη αυτή, ο αμυνόμενος θα πρέπει να θεωρείται υπερασπιστής, παρά το γεγονός ότι προβαίνει σε δράσεις «ηθικά απαράδεκτές σε διαφορετικό πλαίσιο[43]». Απτό παράδειγμα αυτής της θέσης αποτελεί η ενίοτε μη ειρηνική δράση του Αφρικανικού Εθνικού Κογκρέσου υπό την ηγεσία του κοινώς χαρακτηριζόμενου υπερασπιστή-πολιτικού Nelson Mandela[44].

Να σημειωθεί, ωστόσο, ότι η πραγμάτωση των σκοπών τους με ειρηνικά μέσα δεν σημαίνει ότι η νομιμότητα των δράσεων τους είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να θεωρηθούν υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το άρθρο 3 της Διακήρυξης μπορεί να προβλέπει ότι το πεδίο δράσης τους θα είναι το εθνικό δίκαιο, εφόσον όμως δεν παραβιάζει τα διεθνή εργαλεία ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Έτσι, συχνά ορισμένες από τις δράσεις τους, αν και παράνομες κατά την εθνική νομοθεσία, μπορούν να θεωρηθούν νόμιμες υπό διεθνή σκοπιά[45]. Ενώ σε ορισμένες χώρες[46] κατοχυρώνεται αυτοτελώς το δικαίωμα αντίστασής τους σε κατάφωρες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ώστε οι δράσεις των υπερασπιστών αν και τυπικά παράνομες, να εμπίπτουν στο πλαίσιο άσκησης του δικαιώματος αυτού.

Η Διακήρυξη για τους Υπερασπιστές Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών, ως το πρώτο νομικό κείμενο προστασίας τους με οικουμενική εμβέλεια, ενέπνευσε άλλους διεθνείς οργανισμούς με περιφερειακό πεδίο δράσης, στην υιοθέτηση των δικών τους κανόνες ρύθμισης της δράσης και προστασίας των υπερασπιστών.

Ο Οργανισμός Ασφάλειας και Συνεργασίας στην Ευρώπη έχει αναγνωρίσει από πολύ νωρίς τον ζωτικό ρόλο των υπερασπιστών για την υλοποίηση του σκοπού προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τον οποίο ο ίδιος πρεσβεύει[47]. Το 2014 το Γραφείο Δημοκρατικών Θεσμών και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΑΣΕ υιοθέτησε τις δικές του Οδηγίες για τους υπερασπιστές, οι οποίες αποτελούν ένα πλήρες κείμενο συστάσεων προς τα κράτη σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα, προκειμένου «να τα βοηθήσει στην τήρηση των δεσμεύσεων τους ως προς την προστασία των υπερασπιστών[48]». Το περιεχόμενο των Οδηγιών αναφέρεται αφενός στην υποχρέωση του κράτους να σέβεται και να προστατεύει τη σωματική ακεραιότητα, ελευθερία ασφάλεια και αξιοπρέπεια των υπερασπιστών, και αφετέρου να δημιουργήσει ένα ασφαλές πεδίο δράσης και ενάσκησης των δικαιωμάτων τους[49]. Ακολουθώντας την Διακήρυξη σαν οδηγό, στις Οδηγίες μνημονεύεται, επιπλέον, το δικαίωμα των υπερασπιστών στην ιδιωτική ζωή[50] και την ελευθερία κυκλοφορίας τους εκτός και εντός συνόρων[51].

Το 2004 το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσε Οδηγίες για τους υπερασπιστές Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων[52]. Αυτές αποτελούν «ένα εργαλείο άσκησης εξωτερικής πολιτικής που παρέχει στους Ευρωπαίους διπλωμάτες συστάσεις με λειτουργικό χαρακτήρα για την υποστήριξη και την προστασία των υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά τις αποστολές σε τρίτα κράτη[53]», αναγνωρίζοντας την επιτακτική ανάγκη να προστατευθούν όσοι εργάζονται στην πρώτη γραμμή, προκειμένου να διασφαλιστεί η τήρηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις χώρες τους.

Το Συμβούλιο της Ευρώπης, με τη σειρά του, υιοθέτησε τη δική του Διακήρυξη για τους υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων[54], στην πρώτη παράγραφο της οποίας καταδικάζονται όλες οι επιθέσεις και παραβιάσεις των δικαιωμάτων των υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην επικράτεια των κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης ή αλλού, είτε πραγματοποιούνται από κρατικούς φορείς είτε από μη κρατικούς φορείς[55].

Αλλά και εκτός Ευρώπης, η Αφρικανική Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων υιοθέτησε την «Διακήρυξη του Grand Bay» και την «Διακήρυξη του Kigali» που αναφέρονται μεταξύ άλλων στους υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Με την πρώτη εξ αυτών καλεί τις αφρικανικές κυβερνήσεις να εφαρμόσουν την Διακήρυξη του ΟΗΕ για τους υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων[56]. Στη δεύτερη, η Επιτροπή «αναγνωρίζει τον σημαντικό ρόλο των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών και γενικότερα των υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων για την προώθηση και προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Αφρική».

Είναι φανερή η μέριμνα που έχουν λάβει οι διεθνείς οργανισμοί για τη δημιουργία προστατευτικών νομικών κειμένων για τους υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων, προκειμένου να ενθαρρύνουν τη δράση τους. Μάλιστα δε, η διεθνής αυτή πρόβλεψη έχει επηρεάσει ορισμένα κράτη να υιοθετήσουν εθνικές κατευθυντήριες γραμμές[57]. Υπό την ομπρέλα όλων αυτών, τίθενται εν ισχύ θεσμοί και μηχανισμοί προστασίας των υπερασπιστών με στόχο την πρακτική υλοποίηση του στόχου τους, όπως θα αναλυθεί στο επόμενο κεφάλαιο.

II. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Οι ειδικές διαδικασίες προστασίας, τόσο στο πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών[58], όσο και άλλων διεθνών οργανισμών τείνουν να μετατοπίζουν το ζήτημα της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από την σφαίρα του θεωρητικού διαλόγου στην πρακτική του διάσταση. Και στην περίπτωση των υπερασπιστών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους από νομικά κείμενα θα έμεναν κενό γράμμα χωρίς την ύπαρξη μηχανισμών πρόληψης και επέμβασης για την αντιμετώπιση των παραβιάσεων αυτών. Παρατηρούμε, λοιπόν, ότι σε παγκόσμια κλίμακα έχουν δημιουργηθεί θέσεις ειδικών απεσταλμένων που παρακολουθούν επισταμένως τα συνθήκες δράσης των υπερασπιστών, έχοντας κοινές αξίες και ακολουθώντας παρόμοιες τακτικές.

Κατόπιν πρότασης της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών προς τον γενικό Γραμματέα καθιδρύθηκε στις 26.4.2000 με το ψήφισμα Ε/CN.4/RES/2000/61[59] ειδική διαδικασία προστασίας μέσω της δημιουργίας ενός ανεξάρτητου ειδικού απεσταλμένου επιφορτισμένου με τον ρόλο της εφαρμογής της Διακήρυξης για τους υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Με τη εγκαθίδρυση του Ειδικού Αντιπροσώπου του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ  για τους υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ο ΟΗΕ κατέδειξε την ανάγκη προστασίας των υπερασπιστών λόγω της παρενόχλησης και του εκφοβισμού που υφίστανται κατά την υλοποίηση του έργου τους για τα ανθρώπινα δικαιώματα[60]. Ως κύριες αρμοδιότητές του[61] ορίστηκαν η συλλογή και αξιολόγηση πληροφοριών για την κατάσταση των υπερασπιστών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ο εποικοδομητικός διάλογος με τις κυβερνητικές αρχές και άλλους φορείς, αλλά και η κατάστρωση στρατηγικών για την αποτελεσματική προστασία και προώθηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το 2008 στη θέση του Ειδικού Αντιπροσώπου διορίστηκε ο Ειδικός Εισηγητής για τους υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων[62].

Σύμφωνα με το υπ’ αριθμ. 29 ενημερωτικό δελτίο, ο ειδικά επιφορτισμένος απεσταλμένος καλείται να φέρει εις πέρας τους στόχους του μέσα από μία σειρά δραστηριοτήτων. Αρχικά, ο Ειδικός Εισηγητής, απευθύνεται όμως και στα κράτη, αναγνωρίζοντας «την καθοριστική επίδραση που μπορούν να ασκήσουν για την βελτίωση της κατάστασης των υπερασπιστών[63]», ζητώντας τους πληροφορίες τόσο για την πολιτική τους στον τομέα της προστασίας των υπερασπιστών όσο και για τυχόν συγκεκριμένες αναφορές παραβιάσεων που χρήζουν άμεσης επέμβασης. Αν και οι κρατικές αρχές αποτελούν τον κύριο παράγοντα ενδιαφέροντός του, ο Ειδικός Εισηγητής δεν θα μπορούσε να μην έρχεται σε επαφή με τους υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τους οποίους καλείται να διασφαλίσει. Συνομιλεί μαζί τους, ενημερώνεται για τις παραβιάσεις που αυτοί υφίστανται και διαπιστώνει τους τομείς αυξημένου κινδύνου, προκειμένου να προβεί σε παρατηρήσεις στα κράτη[64].

Ο Ειδικός Εισηγητής υλοποιεί τους στόχους του κυρίως μέσα από επίσημες επισκέψεις σε διάφορες χώρες, οι οποίες ο ίδιος κρίνει ότι χρειάζονται την καθοδήγησή του ή επειδή η ίδια η κυβέρνηση τον καλεί. Αυτές οι επισκέψεις «παρέχουν την ευκαιρία να αναλυθεί ο ρόλος και η κατάσταση των υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη χώρα, να εντοπιστούν συγκεκριμένα προβλήματα και να διατυπωθούν συστάσεις για το πώς αυτά μπορούν να επιλυθούν[65]». Οι επισκέψεις αποσκοπούν στην παροχή ανεξάρτητης και αμερόληπτης αξιολόγησης, καθώς στη συνέχεια ο Ειδικός Εισηγητής καλείται να υποβάλλει σχετικές εκθέσεις με συστάσεις και συμπεράσματα προς τα κράτη, τα οποία μετέπειτα θέτει και ενώπιον του Συμβουλίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων[66]. Οι εκθέσεις αυτές[67] αποτελούν πολύ χρήσιμους δείκτες για τις παραβιάσεις που υφίστανται οι υπερασπιστές ανά τον κόσμο, ενώ οι συστάσεις που εμπεριέχουν αποτελούν παράδειγμα δράσης για τα κράτη, τους εκπροσώπους των Ηνωμένων Εθνών, τους υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά και για τον ιδιωτικό τομέα. Στην ετήσια έκθεση του 2017, ο Ειδικός Εισηγητής σημειώνει ότι «αν και δεν υπάρχει αμφιβολία για την τρέχουσα δύσκολη θέση των υπερασπιστών, έχει επίγνωση των πολυάριθμων πρωτοβουλιών που λαμβάνονται από αφοσιωμένα άτομα και θεσμικά όργανα που είναι αποφασισμένα να βελτιώσουν την κατάσταση των υπερασπιστών[68]».

Η βασικότερη όμως αρμοδιότητα του Ειδικού Εισηγητή είναι να επιλαμβάνεται ατομικών υποθέσεων παραβίασης. Κράτη, μη κυβερνητικές οργανώσεις, όργανα των Ηνωμένων Εθνών, μέσα ενημέρωσης, υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και κάθε άτομο μπορούν να παράσχουν ενημέρωση στον Ειδικό Εισηγητή για μία παραβίαση. Όταν μια αναφορά τίθεται ενώπιον του Εισηγητή, αυτός αξιολογεί πρώτον το εάν η επικαλούμενη παραβίαση εμπίπτει στην αρμοδιότητά του, δεύτερον την εγκυρότητά της αναφοράς και τέλος την αξιοπιστία της πηγής. Έπειτα, ενημερώνει την κυβέρνηση του κράτους, όπου λαμβάνει χώρα η εικαζόμενη παρέμβαση μέσω δύο ειδών επιστολών, είτε της επιστολής «επείγουσας δράσης», είτε της «επιστολής ισχυρισμού». Η μεν πρώτη αποστέλλεται στην περίπτωση που μια παραβίαση πρόκειται να συμβεί ή μία παραβίαση που είχε λάβει χώρα σε πρότερο χρόνο συνεχίζεται και έχει ως στόχο να ενημερώσεις τις αρμόδιες κρατικές αρχές, προκειμένου να επέμβουν και να την τερματίσουν[69]. Η δε δεύτερη[70] αφορά παραβιάσεις που έχουν ήδη συμβεί και έχουν προκαλέσει ήδη αντίκτυπο στους υπερασπιστές, όπως για παράδειγμα όταν αναφέρεται ο θάνατος ενός υπερασπιστή λόγω παράλειψης του κράτους να τον προστατέψει. Πρωταρχικός στόχος αμφότερων των τύπων επιστολών είναι η άμεση ενημέρωση των κρατικών αρχών. Ο Ειδικός Εισηγητής, αφού παράσχει την πληροφόρηση, ζητεί ταυτόχρονα από την κυβέρνηση να λάβει όλα τα κατάλληλα μέτρα για την διερεύνηση των καταγγελιών και την κοινοποίηση των αποτελεσμάτων της έρευνας τους, προκειμένου να ασκηθούν, εάν αυτό είναι απαραίτητο, ποινικές διώξεις στους υπευθύνους αυτών[71]. Η διεκπεραίωση των υποθέσεων μέσω της ως άνω διαδικασίας[72] μπορεί να διαρκέσει από λίγες ώρες, όπως σε επείγουσες περιπτώσεις μέχρι αρκετές μέρες, όταν τα στοιχεία που υποβάλλονται ενώπιον του Εισηγητή δεν είναι επαρκή και χρήζουν συμπλήρωσης. Αντίθετα, ο Ειδικός Εισηγητής μπορεί να λάβει τις απαντήσεις των κρατών μήνες μετά ή να μην λάβει καθόλου. Σε κάθε περίπτωση, η συνεχής επίβλεψη της εκάστοτε συγκεκριμένης παραβίασης οδηγεί τα μεν θύματα να πιστεύουν ότι η κατάστασή τους δεν έχει λησμονηθεί από την διεθνή κοινότητα και έχουν την δυνατότητα να εισακουσθούν, ενώ τους δράστες να αισθάνονται ότι παρακολουθούνται[73] και θα υποστούν δυσμενείς συνέπειες σε περίπτωση παραβίασης.

Η εξειδικευμένη εποπτεία που παρέχεται στους υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τον Ειδικό Εισηγητή έχει παγκόσμια εμβέλεια, παρόμοιες ωστόσο πρωτοβουλίες έχουν ληφθεί και σε περιφερειακό επίπεδο. Ο Οργανισμός Αμερικανικών Κρατών έχει αναπτύξει έντονη δράση προς την κατεύθυνση αυτή. Τον Μάρτιο του 2011, η Διαμερικανική Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, κατά τη διάρκεια του 141ου συνεδρίου της, αποφάσισε τη δημιουργία του Γραφείου Εισηγητή για τη κατάσταση των υπερασπιστών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, λαμβάνοντας υπόψη το μεγάλο αριθμό αναφορών που δεχόταν και του σημαντικού ρόλου των υπερασπιστών σε μια δημοκρατική κοινωνία[74]. Το Γραφείο του εισηγητή[75] συνδράμει στην ανάλυση των αναφορών που υποβάλλονται στην Διαμερικανική Επιτροπή σχετικά με εικαζόμενες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή των παραγόντων της Δικαιοσύνης και συγγράφει μελέτες σχετικά με την κατάσταση των υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Περαιτέρω, η Αφρικανική Ήπειρος έχει προχωρήσει στη δημιουργία του δικού της Ειδικού Εισηγητή για τους υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων[76], που να μεριμνά για τις δικές της ανάγκες και ιδιομορφίες. Σημείο αναφοράς αποτελεί η Διακήρυξη του ΟΗΕ  για τους υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η εφαρμογή της δε στην Αφρική αποτελεί έναν εκ των βασικών του στόχων[77]. Η Ασία παραμένει ακόμη αρκετά διστακτική ως προς την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δη αυτών των υπερασπιστών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Φαίνεται πως το περιεχόμενο και ο τρόπος προστασίας των υπερασπιστών αποτελεί «διακριτική ευχέρεια της κυβερνώσας αρχής και των εθνικών θεσμικών οργάνων, καθώς δεν επωφελείται από την θετική επιρροή που ασκούν οι διεθνείς οργανισμοί εκτός της εν λόγω ηπείρου[78]». Ωστόσο, επί μέρους οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών που δραστηριοποιούνται σε αυτήν, ήδη από το 2003, διοργανώνουν συνέδρια, με τα οποία ενθαρρύνουν τα κράτη να προωθήσουν την Διακήρυξη του ΟΗΕ για τους υπερασπιστές και να καλέσουν τον ειδικό απεσταλμένο του ΟΗΕ να τα επισκεφτεί[79], προσπαθώντας να ασκήσουν πίεση στις κρατικές αρχές.

Παρά τις ως άνω ειδικές αποστολές, τα δικαιώματα των υπερασπιστών συνεχίζουν να παραβιάζονται αλλού λιγότερο κι αλλού περισσότερο. Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του Ειδικού Εισηγητή του ΟΗΕ πρέπει να «καταβληθούν παραπάνω προσπάθειες για τη βελτίωση της κατανόησης των ευθυνών που απορρέουν από τη Διακήρυξη για τους υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων[80]». Ο συνδυασμός των ειδικών εργαλείων προστασίας με ευρύτερους μηχανισμούς κινείται προς αυτή την κατεύθυνση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2: ΓΕΝΙΚΑ ΕΡΓΑΛΕΙΑ

I. ΕΘΝΙΚΟΙ ΘΕΣΜΟΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ

Η διεθνής κοινότητα έχει προβλέψει και αποτυπώσει γραπτά την προστασία και την προώθηση του έργου των υπερασπιστών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά επιπλέον έχει θεσπίσει ειδικούς μηχανισμούς προς αυτόν τον σκοπό. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι υπερασπιστές δεν δύνανται να προστατευθούν από τα ήδη υφιστάμενα κείμενα και όργανα ανθρωπίνων δικαιωμάτων με ευρύτερο υποκειμενικό πεδίο, το οποίο μπορεί να υλοποιηθεί τόσο σε διεθνές, όσο και σε εθνικό επίπεδο.

Η Διακήρυξη για τους υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων προβλέπει στην τέταρτη παράγραφο του άρθρου 14 την ίδρυση ανεξάρτητων εθνικών θεσμών ανθρωπίνων δικαιωμάτων[81] με έργο τους την προώθηση των δικαιωμάτων στην επικράτεια όπου ασκούν την δικαιοδοσία τους. Αυτοί μπορεί να έχουν τη μορφή διαμεσολαβητών, επιτροπών, επιτρόπων, συμβουλευτικών οργάνων ή συνδυασμού αυτών, ανάλογα με τις ανάγκες και την ιδιομορφία του κράτους. Ο λόγος θέσπισης των θεσμών αυτών είναι να  λειτουργήσουν ως  δίαυλοι επικοινωνίας μεταξύ διεθνών και εσωτερικών δομών του συστήματος προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων[82]. Υπό την έννοια αυτή, δρουν ως υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Ως υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων[83] έχουν επανειλημμένως αντιμετωπίσει επιθέσεις, απειλές και εκφοβισμούς κατά των ίδιων των Θεσμών, των μελών και του προσωπικού τους σε σχέση με το έργο τους για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Δεδομένου, όμως, ότι παρέχουν υποστήριξη σε όσους έχουν καταστεί ή επίκειται να καταστούν θύματα παραβιάσεων των δικαιωμάτων τους λόγω της δράσης τους υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθίστανται ταυτόχρονα προστάτες άλλων υπερασπιστών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ως προστάτες των υπερασπιστών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στόχος τους αποτελεί η δημιουργία ευνοϊκού περιβάλλοντος για τους υπόλοιπους υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων[84]. Λόγω του ανεξάρτητου και ουδέτερου χαρακτήρα τους, δύνανται να αποτελέσουν τη γέφυρα μεταξύ των παραβατών και των υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων[85].

Τι είναι, όμως, οι εθνικοί θεσμοί ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Είναι κρατικά όργανα με συνταγματική ή νομοθετική αποστολή την προστασία και την προώθηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, θεωρούνται δε «μέρη του κρατικού κορμού και χρηματοδοτούνται με κρατική δαπάνη[86]». Οι εθνικοί θεσμοί δεν ομοιάζουν με κυβερνητικά όργανα, καθότι είναι ανεξάρτητοι και δεν υπάγονται στην άμεση εξουσία του εκτελεστικού, νομοθετικού ή δικαστικού σώματος, μολονότι υποχρεούνται να λογοδοτούν στον νομοθέτη είτε άμεσα είτε έμμεσα[87]. Οι εθνικοί θεσμοί, επίσης, δεν είναι ΜΚΟ, δεδομένου ότι οι ΜΚΟ δεν έχουν νομοθετικό ή συνταγματικό έρεισμα. Να σημειωθεί δε ότι οι θεσμοί είναι υποχρεωμένοι να τηρούν απέναντί και στις ΜΚΟ ουδέτερη στάση[88], αλλά ταυτόχρονα να τις συνδέουν με τον κρατικό τομέα[89]. Το Γραφείο του Επιτρόπου για τα ανθρώπινα δικαιώματα σημειώνει, άλλωστε, ότι οι  εθνικοί θεσμοί αποτελούν «ουδέτερους ανιχνευτές γεγονότων», ενώ οι ΜΚΟ λαμβάνουν περισσότερο τον ρόλο του συνηγόρου[90].

Σύμφωνα με τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, οι εθνικοί θεσμοί ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν θεωρούνται αξιόπιστοι, εάν δεν πληρούν ορισμένες ελάχιστες προϋποθέσεις. Στο πρώτο διεθνές συνέδριο για τους Εθνικούς Θεσμούς Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που έλαβε χώρα στο Παρίσι, διαμορφώθηκαν οι βασικές αρχές («Paris principles»)[91], βάσει των οποίων πρέπει να αξιολογείται η νομιμότητα και η αξιοπιστία τους[92]. Σύμφωνα με αυτές, ο κάθε εθνικός θεσμός ανθρωπίνων δικαιωμάτων απαιτείται να έχει τα εξής: διευρυμένη αποστολή βασισμένη στα παγκόσμια πρότυπα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αυτονομία από την εκάστοτε κυβέρνηση, οικονομική και πολιτική ανεξαρτησία εγγυημένη από το νόμο ή το Σύνταγμα, πλουραλισμό ως προς τα μέλη του, επαρκείς πόρους και επαρκείς εξουσίες έρευνας.

Οι εθνικοί θεσμοί ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχουν αρμοδιότητα να συμβάλλουν στην προώθηση και προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αυτό σημαίνει ότι, αφενός καλούνται να δημιουργήσουν «ένα εθνικό πλαίσιο, όπου επικρατεί η ισότητα, η ανοχή και ο αμοιβαίος σεβασμός[93]» και αφετέρου να συμβάλλουν στo να τεθεί τέλος στην ατιμωρησία των υπευθύνων παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αυτό το πραγματοποιούν με διαφορετικούς τρόπους, ανάμεσα στους οποίους ανήκουν «η παροχή συμβουλών στο κοινοβούλιο ή την κυβέρνηση, η συνεργασία με την κοινωνία των πολιτών κι άλλα θεσμικά όργανα από άλλα κράτη, η σύνταξη ανεξάρτητων εκθέσεων προς τα όργανα διεθνούς προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ή η υποστήριξη ευάλωτων ομάδων όπως μειονότητες, μετανάστες, άτομα με ειδικές ανάγκες ή παιδιά[94]».

Ενώπιον των Εθνικών Θεσμών είναι δυνατή η υποβολή καταγγελιών από άτομα ή ομάδες, μεταξύ αυτών και οι υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων[95], την αναγκαιότητα δε της εξουσίας αυτής αναγνωρίζει και ο Ειδικός Εισηγητής των υπερασπιστών[96] και ο Επίτροπος Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων[97]. Να σημειωθεί δε ότι δεν απαιτείται η κυβερνητική έγκριση της διαδικασίας[98]. Η διαδικασία της καταγγελίας ενώπιον των εθνικών θεσμών, αν και προαιρετική σύμφωνα με τους κανόνες των Παρισίων[99], μπορεί να έχει ευρύτερα θετικά αποτελέσματα εκτός της αποκατάστασης του θύματος που έχει προβεί στην καταγγελία, δεδομένου ότι μπορεί να οδηγήσει σε αλλαγή νομοθεσίας, πολιτικής ή στην εξάλειψη των παραγόντων που προκαλούν την παραβίαση. Η ανεξαρτησία και η αμεροληψία τους ως όργανα αποτελεί εγγύηση για την ασφάλεια όσων επιθυμούν να προσφύγουν, ενώ η συνταγματική ή νομοθετική τους κατοχύρωση τους συμβάλλει στο να απαιτούν με επιτακτικότατα από τα κρατικά όργανα να συμμορφώνονται με τις δεσμεύσεις τους ως προς τα  ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά και συγκεκριμένα τα δικαιώματα των υπερασπιστών. Αδιαμφισβήτητα, η ενεργός δράση επίσημων θεσμικών οργάνων υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, με όποιον τρόπο αυτή λαμβάνει χώρα, οδηγεί στην εδραίωση θετικής αντίληψης κρατικών αρχών και πολιτών αναφορικά με τους υπερασπιστές[100].

Η σημασία τω εθνικών θεσμών έχει αναγνωρισθεί επανειλημμένα από τα όργανα των Ηνωμένων Εθνών. Ο ίδιος ο Ειδικός Εισηγητής για τους υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχει προτείνει τη σύσταση εκ μέρους των εθνικών θεσμών κεντρικών σημείων με αρμοδιότητα την παρακολούθηση της κατάστασής των υπερασπιστών, συμπεριλαμβανομένων των κινδύνων για την ασφάλειά τους, καθώς και των νομικών εμποδίων που αντιμετωπίζουν[101]. Οι εθνικοί θεσμοί μπορούν, άλλωστε, να διαδραματίσουν σημαντικό παράγοντα στην διαδικασία υποβολής συστάσεων («follow up») στο κράτος από τον Ειδικό Εισηγητή για την κατάσταση των υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά και στην διαμόρφωση της οικουμενικής περιοδικής αξιολόγησης (UPR) του Συμβουλίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων[102].

Την ανάγκη ύπαρξης και δραστηριοποίησης εθνικών θεσμών ανθρωπίνων δικαιωμάτων μνημονεύουν και υλοποιούν στην πράξη και περιφερειακοί διεθνείς οργανισμοί. Το Γραφείο Δημοκρατικών Θεσμών και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΑΣΕ συγκρότησε το 2007  κεντρικό σημείο («focal point») για τους Υπερασπιστές των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και τους Εθνικούς Θεσμούς Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων[103]. Κατόπιν, περιλήφθηκε δε ρητά ο ρόλος των εθνικών θεσμών στις σχετικές Οδηγίες του για τους υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων[104]. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με αυτές πρέπει να δοθεί «ιδιαίτερη προσοχή για την ενίσχυση του ρόλου των εθνικών θεσμών ανθρωπίνων δικαιωμάτων που δημιουργούνται και λειτουργούν σύμφωνα με τις αρχές του Παρισιού, και την ανάπτυξη κατάλληλων μηχανισμών για την εξασφάλιση αποτελεσματικής παρακολούθησης της εφαρμογής από την κυβέρνηση των συστάσεων των εθνικών θεσμών[105]». Οι Οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τους υπερασπιστές, ομοίως, περιέχουν πρόβλεψη για τους εθνικούς θεσμούς, ορίζοντας ότι «η πρακτική υποστήριξη των υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μεταξύ άλλων μέσω της αναπτυξιακής πολιτικής […], μπορεί να περιλαμβάνει […] την ενθάρρυνση και υποστήριξη της εγκατάστασης και λειτουργίας εθνικών θεσμών για την προαγωγή και προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που θεσπίζονται σύμφωνα με τις αρχές του Παρισιού[106]». O ΟΑΚ με τη σειρά του έχει αναγνωρίζει τον καθοριστικό ρόλο των πιστοποιημένων από τη Διεθνή Συντονιστική Επιτροπή εθνικών θεσμών για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ενθαρρύνει την ενίσχυση τους, δίνοντάς τους βήμα έκφρασης και επιτρέποντας τους τη συμμετοχή στις δραστηριότητες του Οργανισμού[107].

Αδιαμφισβήτητα, στην υποχρέωση προστασίας που φέρουν οι εθνικοί θεσμοί συμπεριλαμβάνεται ως βασική παράμετρος η προστασία των υπερασπιστών ανθρωπίνων δικαιωμάτων[108], η οποία όμως λαμβάνει ιδιαίτερα μεγάλη διάσταση, ιδίως σε χώρες με σημαντικά προβλήματα παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων[109]. Κατά το Γραφείο του Ύπατου Επιτρόπου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων η προστασία των υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι ένας από τους πιο αδύναμους τομείς δράσης των Εθνικών Θεσμών, καθιστώντας αδήριτη την ανάγκη ενίσχυσής του. Σύμφωνα με σχετική έρευνα του 2010, «μόνο το 62,2% των ερωτηθέντων εθνικών θεσμών εργάζονται με στόχο την προάσπιση των δικαιωμάτων των υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ενώ μόνο τα δύο τρίτα εξ αυτών πραγματοποιούν εξειδικευμένες δραστηριότητες για τους υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων[110]». Λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ίδιοι οι υπερασπιστές δεν είναι πάντοτε σε θέση να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους, οι εθνικοί θεσμοί είναι συχνά οι μοναδικοί που μπορούν να εκφραστούν ανοιχτά για λογαριασμό τους[111]. Σε μεταπολεμικές συνθήκες, ιδίως, όπου οι υπερασπιστές, ανάμεσα στους οποίους και μέλη ΜΚΟ, έχουν βασανισθεί, δολοφονηθεί ή εξοριστεί, έρχεται η δημιουργία εθνικών θεσμών, προκειμένου να αποκατασταθεί η τήρηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων[112]. Σε χώρες, από την άλλη, που διαθέτουν μεν εθνικούς θεσμούς, αλλά δεν έχουν ενσωματώσει, ακόμη στην εθνική τους νομοθεσία και πρακτική[113] την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σκοπός είναι η ισχυροποίησή αυτών[114], προκειμένου να καταστούν αναγνωρισμένοι και αξιόπιστοι.

ΙΙ. ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ

Οι υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων διατηρούν πάντοτε τη δυνατότητα να απευθυνθούν στη διεθνή κοινότητα για παροχή προστασίας, χωρίς να είναι απαραίτητο να επικαλεσθούν την ιδιότητα τους, αλλά και χωρίς αυτή να αποτελεί προϋπόθεση της προστασίας τους. Αδιαμφισβήτητα, η αξιοποίηση των ως άνω αναφερόμενων ειδικών εργαλείων προστασίας επιτρέπει την επίλυση δύσκολων λόγω της ιδιομορφίας τους προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι υπερασπιστές, ωστόσο τα γενικά εργαλεία, τόσο με τη μορφή κειμένων, όσο και μηχανισμών, έρχονται να συμπληρώσουν τα ειδικά, σε περιπτώσεις που αυτά αποτυγχάνουν ή δεν είναι εξ ίσου αποτελεσματικά. Οι υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχουν με αυτόν τον τρόπο την δυνατότητα να καταγγείλουν την παραβίαση που έχουν υποστεί σε ένα όργανο, όχι εξειδικευμένο στην ιδιότητα τους και στον χαρακτήρα του έργου τους, ωστόσο διεθνούς αναγνώρισης με έντονη επιρροή στα συμβαλλόμενα κράτη. Άλλωστε, οι αποφάσεις ορισμένων εκ των γενικών δικαιοδοτικών οργάνων διά μέσου της υποβολής προσφυγών είναι δεσμευτικές. Επιπλέον, διατηρούν την δυνατότητα να επικαλεστούν ειδικότερα κείμενα που αφορούν διαφορετικές ομάδες προστασίας, όπου εμπίπτουν και οι υπερασπιστές υπό προϋποθέσεις.

Στο πλαίσιο του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, εφαρμόζεται το Διεθνές Σύμφωνο Ατομικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων[115], ένα κείμενο με παγκόσμια εμβέλεια και ευρύ περιεχόμενο προστασίας. Την εφαρμογή του Συμφώνου επιβλέπει η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ενώπιον της οποίας οποιοδήποτε πρόσωπο στη δικαιοδοσία συμβαλλόμενου κράτους στο πρόσθετο πρωτόκολλο μπορεί να υποβάλλει αναφορά. Από την νομολογία της Επιτροπής προκύπτει ότι οι περισσότερες καταγγελίες όσον αφορά τους υπερασπιστές σχετίζονται με την προσβολή της σωματικής τους ακεραιότητα, την αυθαίρετη κράτησής τους και την παραβίαση του δικαιώματός τους σε δίκαιη δίκη. Στην υπόθεση Evangeline Hernandez κατά των Φιλιππίνων[116], ο προσφεύγων απευθύνεται στην Επιτροπή για λογαριασμό της κόρης του, η οποία ήταν μέλος μίας ΜΚΟ για τα ανθρώπινα δικαιώματα και δολοφονήθηκε από την ένοπλη ομάδα «Citizens Armed Force Geographical Unit» (CAFGU). Η Επιτροπή έκρινε ότι οι ποινικές διαδικασίες κατά ορισμένων από τους φερόμενους παραβάτες δεν είχε ολοκληρωθεί 8 χρόνια μετά το θάνατο της κόρης του. Σε άλλη υπόθεση[117] δύο υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι οποίοι εργάζονταν σε ανθρωπιστική οργάνωση δολοφονήθηκαν. Εκ μέρους των συγγενών τους υποβλήθηκε αναφορά, με την οποία διαμαρτύρονταν τόσο για την απώλεια της ζωής τους, όσο και για τις ελλείψεις στην ποινική έρευνα.  Σε υπόθεση που αφορά το Κονγκό[118], ένας δικηγόρος-ακτιβιστής διαμαρτυρήθηκε ότι η διάρκεια της κράτησής του είχε ξεπεράσει το εύλογο μέτρο, ενώ ο ίδιος δεν γνώριζε το περιεχόμενο της κατηγορίας του και δεν διέθετε οιοδήποτε ένδικο μέσο κατά της απόφασης κράτησής του. Άλλος προσφεύγων[119], ο οποίος ήταν ουζμπεκιστανός υπερασπιστής ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Κιργιστάν, λόγω της επί δεκαετίας καταγραφής παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, υποβλήθηκε από τις αρχές της αστυνομίας και των φυλακών αρχικά σε αυθαίρετη κράτηση και στη συνέχεια σε απάνθρωπη μεταχείριση μέσα στις φυλακές χωρίς καμία επικοινωνία με τον συνήγορό του.

Επιπλέον, οι υπερασπιστές μπορούν να απευθυνθούν και στις ειδικές Επιτροπές ανθρωπίνων δικαιωμάτων του ΟΗΕ[120], εφόσον η αναφορά ενώπιον τους προβλέπεται από τις αντίστοιχες συμβάσεις και πρωτόκολλα. Το ζήτημα των υπερασπιστών έχει τεθεί εμμέσως ενώπιον της Επιτροπής κατά των Βασανιστηρίων, μέσω ατομικών προσφυγών κατά των χωρών που επαναπροωθούν άτομα στις χώρες καταγωγής τους, όπου διώκονται για τη συμμετοχή τους σε αντικυβερνητικές πολιτικές ομάδες[121], χωρίς όμως να κατονομάζονται ρητά ως υπερασπιστές και χωρίς να προστατεύονται ως τέτοιοι.

Σε περιφερειακό επίπεδο, οι υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων μπορούν να προσφύγουν ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όπως κάθε πρόσωπο στην δικαιοδοσία του, στηρίζοντας το αίτημα τους σε κάποια εκ των διατάξεων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου[122]. Να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι το ΕΔΔΑ[123], όπως και η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων[124] ανωτέρω, έχει την επιπρόσθετη δυνατότητα να διατάξει προσωρινά μέτρα, προκειμένου να παρέχει πληρέστερη προστασία στους υπερασπιστές, λόγω του αυξημένου κινδύνου που αντιμετωπίζουν.

Από τη πλούσια νομολογία του προκύπτει ότι αποτελεί εργαλείο στα χέρια των υπερασπιστών, άλλοτε κατονομάζοντας ως τέτοιους και άλλοτε όχι. Στην απόφαση Rasul Jafarov κατά Αζερμπαϊτζάν[125], ο προσφεύγων, κορυφαίος υπερασπιστής ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο κράτος του, ισχυρίσθηκε ότι συνελήφθη και κρατήθηκε λόγω της κριτικής του προς την κυβέρνηση και προκειμένου να παρεμποδισθεί  η δράση του ως ακτιβιστή. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η σύλληψη και κράτησή του οφειλόταν σε παράγοντες διαφορετικούς από αυτούς που προβλέπει η Σύμβαση, ήτοι λόγω της «όλο και πιο σκληρής και περιοριστικής νομοθετικής ρύθμισης της δραστηριότητας και της χρηματοδότησης των ΜΚΟ», αλλά και της ταυτοποίησης των ΜΚΟ και των ηγετών τους με ξένους πράκτορες και προδότες. Στην δε Kavkazskiy κατά Ρωσίας[126], το Δικαστήριο, πέραν του ότι έκρινε ότι η διάρκεια της προφυλάκιση ενός υπερασπιστή ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δικηγόρου ΜΚΟ με την υποψία συμμετοχής σε μαζικές συγκρούσεις και  διαταραχές κατά τη διάρκεια διαμαρτυρίας παραβίαζε το άρθρο 5 παρ. 3 της ΕΣΔΑ, διαπίστωσε ότι οι συνθήκες κατά τη μεταφορά από και προς το δικαστήριο στην υπόθεση του και ο περιορισμός του σε γυάλινο θάλαμο κατά τη διάρκεια των ακροάσεων στο δικαστήριο ήταν αντίθετη με την αρχή της μη εξευτελιστικής και ταπεινωτικής μεταχείρισης. Στην υπόθεση Yunusov και Yunusova κατά Αζερμπαϊτζάν[127], έκρινε ότι υποβλήθηκε ζευγάρι γνωστών υπερασπιστών σε δυσανάλογη ψυχική και σωματική ταλαιπωρία και μάλιστα κατά παραβίαση προσωρινού μέτρου που είχε διαταχθεί από το ΕΔΔΑ σε προηγούμενη φάση της υπόθεσης.

Αλλά πέραν της ασφάλειας και μεταχείρισης των υπερασπιστών, το ΕΔΔΑ έχει εξετάσει και ζητήματα περιορισμού της δράσης τους. Στην απόφαση Identoba και λοιποί κατά Γεωργίας[128], το Δικαστήριο έκρινε ότι η αστυνομία απέτυχε να προστατεύσει τους συμμετέχοντες σε πορεία κατά της ομοφοβίας από τις βίαιες επιθέσεις των αντί-διαδηλωτών, ενώ σε άλλη υπόθεση[129] η απαγόρευση σε οργάνωση να διοργανώσει πορεία ως ένδειξη διαμαρτυρίας για θάνατο ατόμου, ενόσω βρισκόταν υπό αστυνομική επίβλεψη κρίθηκε παρέμβαση μη αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία. Το Δικαστήριο θεώρησε ότι η επιβολή ποινής σε δικηγόρο, ακόμα και κατά βάση ηθικού χαρακτήρα, για συμμετοχή σε μη απαγορευμένη συνάθροιση παραβιάζει την ελευθερία συμμετοχής του σε ειρηνική συνάθροιση, «στο μέτρο που το εν λόγω πρόσωπο δεν διαπράττει το ίδιο μεμπτές πράξεις υπό αυτή την περίσταση[130]». Προκύπτει, επομένως, ότι οι περισσότερες καταγγελίες εκ μέρους των υπερασπιστών αφορούν την ελευθερία συνέρχεσθαι, την ελευθερία της έκφρασης και την απαγόρευση εξευτελιστικής και απάνθρωπης μεταχείρισης τους, αποτυπώνοντας ένα πιο θετικό κλίμα σε σχέση με τις προσφυγές ενώπιον της Επιτροπής.

Το Συμβούλιο της Ευρώπης, όμως, συμβάλλει την προώθηση του έργου των υπερασπιστών μέσω κι άλλων οργάνων του. Έχει συμπεριλάβει στις αρμοδιότητες του Επιτρόπου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων την παρακολούθηση των υπερασπιστών. Ο Επίτροπος[131] μπορεί να παρέμβει δε ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σύμφωνα με το άρθρο 36 παρ. 3 της ΕΣΔΑ σε υποθέσεις, οι οποίες ορισμένες εξ αυτών αφορούν υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Χαρακτηριστική είναι η παρέμβαση του στην υπόθεση Ecodefence κατά Ρωσίας και σε άλλες 48 υποθέσεις[132], με την οποία εκδήλωσε την έντονη ανησυχία του για τον αντίκτυπο του νόμου της Ρωσικής Ομοσπονδίας περί διεθνών πρακτόρων στην ποιότητα του έργου των υπερασπιστών και η πιο πρόσφατη σχετικά με την ελευθερία έκφρασης και ελευθερία κυκλοφορίας των δημοσιογράφων στην Τουρκία[133].

Στην άλλη πλευρά του πλανήτη, ο Οργανισμός Αμερικανικών Κρατών μέσω του Διαμερικανικού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και της Διαμερικανικής Επιτροπής έχει προβεί επανειλημμένα στην έκδοση αποφάσεων και ψηφισμάτων, με τις οποίες αναγνωρίζει τις παραβιάσεις που υφίστανται οι υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τις κρατικές αρχές. Οι υπερασπιστές-θύματα των κρατών μελών του δύνανται να εκμεταλλευτούν προς όφελος τους τις διατάξεις της Διαμερικανικής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όσον τα ήδη κατοχυρωμένα σε αυτή δικαιώματα καλύπτουν την εκάστοτε ατομική τους περίπτωση, αλλά και των μηχανισμών ενώπιον των οργάνων του ΟΑΚ, όπως της ατομικής προσφυγής, η οποία μπορεί να λάβει χώρα και από οποιαδήποτε ΜΚΟ αντί των θυμάτων για λόγους προστασίας της ασφάλειας τους.

Δεν είναι λίγες οι φορές που το Διαμερικανικό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου απέδωσε την ευθύνη στα κράτη για παραβιάσεις υπερασπιστών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το Δικαστήριο θεωρεί, με αφορμή την υπόθεση Nogueira de Carvalho και λοιπών κατά Βραζιλίας, ότι «οι απειλές και οι επιθέσεις κατά της ακεραιότητας και της ζωής των υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ατιμωρησίας των δραστών είναι περισσότερο σοβαρές, δεδομένου ότι ο αντίκτυπος τους δεν είναι μόνο ατομικός αλλά συλλογικός[134]», δεδομένου ότι προκαλούν αμφιβολίες για το εάν τα ανθρώπινα δικαιώματα γίνονται σεβαστά ή όχι σε ένα κράτος. Στην Human Rights Defender et al. v. Guatemala[135], το Δικαστήριο έκρινε ότι οι αρχές της Γουατεμάλα απέτυχαν μεν να διερευνήσουν αποτελεσματικά τον θάνατο ενός υπερασπιστή ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά και να προστατέψουν την οικογένειά του από τις απειλές και παρενοχλήσεις που δέχτηκε, προδίδοντας στην οικογένεια του θύματος προστατευτικό πλαίσιο όμοιο του υπερασπιστή. Σύμφωνα με την απόφαση Heliodoro κατά Πορτογαλίας[136] κρίθηκε ότι το κράτος έπρεπε να είχε λάβει τα κατάλληλα μέτρα για να αποτραπεί ο θάνατος ενός ανθρωπολόγου ακτιβιστή, ενώ είχε ευθύνη, σύμφωνα με την Myrna Mack κατά Γουατεμάλας[137], που δεν απέτρεψε την απαγωγή ενός συνδικαλιστή. Με αφορμή την υπόθεσή Yarce και λοιποί κατά Κολομβίας[138], το Δικαστήριο έκρινε ότι, δεδομένου του σημαντικού ρόλου των υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις δημοκρατικές κοινωνίες, η ελεύθερη και πλήρης άσκηση αυτού του δικαιώματος επιβάλλει στο κράτος την υποχρέωση να δημιουργεί τις νομικές και πραγματικές συνθήκες για να μπορούν να εκπληρώνουν ελεύθερα την αποστολή τους.

Η Διαμερικανική Επιτροπή με τη σειρά της έχει μια ευρεία ευχέρεια δικαιοδοσιών, τις οποίες μπορεί να ασκήσει υπέρ των υπερασπιστών. Η Επιτροπή προέβη, συγκεκριμένα, το 2011 σε αναθεωρημένη ειδική έκθεση[139] για την κατάσταση των υπερασπιστών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, με την οποία επιδιώκει να παράσχει καθοδήγηση στα κράτη «να εξαλείψουν τα εμπόδια και να θεμελιώσουν ένα πιο ευνοϊκό κανονιστικό πλαίσιο[140]» για αυτούς. Το 2015, επίσης, εξέδωσε έκθεση, με στόχο την πρόληψη της κατάχρησης των ποινικών διατάξεων κατά των υπερασπιστών, όπως για παράδειγμα ενάντια σε κοινότητες που μάχονται κατά της αναγκαστικής μετατόπισής τους χάριν οικονομικών συμφερόντων[141].

Αξίζει να μνημονευθεί ξεχωριστά η δυνατότητα της Διαμερικανικής Επιτροπής, να διατάξει σύμφωνα με το άρθρο 25 των κανόνων διαδικασίας[142] της, τα κράτη της να λάβουν άμεσα μέτρα προφύλαξης σε σοβαρές και επείγουσες περιπτώσεις αναφορών, προκειμένου να αποτραπεί ανεπανόρθωτη βλάβη στα θύματα-υπερασπιστές[143]. Η πλειονότητα των μέτρων προφύλαξης που χορηγεί κάθε χρόνο η Επιτροπή αποσκοπεί στην προστασία της ζωής και της ακεραιότητας[144] των υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων[145], μεταξύ των οποίων και μέλη μη κυβερνητικών οργανώσεων. Έτσι έπραξε η Επιτροπή στην υπόθεση «Persons Deprived of Liberty in “Punta Coco” Temporary Detention Facility[146]», διατάζοντας το κράτος να λάβει άμεσα μέτρα για τη διασφάλιση της ζωής και φυσικής ακεραιότητάς δύο δικηγόρων, οι οποίες υπήρξαν στόχοι παρενόχλησης λόγω της εργασίας τους. Στην υπόθεση «Érick Pérez and Others, Honduras[147]», επίσης, διάταξε μέτρα προφύλαξης με τον ίδιο σκοπό και κάλεσε το κράτος να υποβάλει εκθέσεις σχετικά με τα μέτρα που ελήφθησαν για τη διερεύνηση των ισχυρισμών που οδήγησαν στην έκδοση αυτού του μέτρου, ώστε να αποφευχθεί η επανάληψη. Τέτοιου είδους μέτρα διατάσσονται και για την προστασία της οικογένειας των υπερασπιστών[148], αναγνωρίζοντας την ως μέρος της ιδιωτικής τους ζωής.

Οι υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων μπορούν να ενταχθούν στο προστατευτικό πλαίσιο που έχει προβλεφθεί για άλλες ειδικές κατηγορίες ατόμων, στις οποίες μπορεί να περιλαμβάνεται ο υπερασπιστής με άλλη ιδιότητα, όπως το πλαίσιο προστασίας για τους δικηγόρους, τους δημοσιογράφους ή τους διαδηλωτές. Ενδεικτικά, οι δικηγόροι που διώκονται λόγω της δράσης τους υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μπορούν να επικαλεσθούν τις «Βασικές Αρχές για τον ρόλο των δικηγόρων»[149], σύμφωνα με την παράγραφο 16 των οποίων «οι κυβερνήσεις πρέπει να εξασφαλίζουν στους δικηγόρους την άσκηση όλων των επαγγελματικών τους καθηκόντων χωρίς εκφοβισμούς, εμπόδια, παρενοχλήσεις ή ανάρμοστες παρεμβολές. Μια ενδιαφέρουσα απάντηση, τέλος, στην τυχόν αναποτελεσματική προστασία του ειδικού καθεστώτος για τους υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως αναλύθηκε στο προηγούμενο κεφάλαιο, αποτελεί η υπαγωγή τους στο καθεστώς που ισχύει για τους πρόσφυγες[150], εφόσον πληρούνται τα κριτήρια της Σύμβασης της Γενεύης[151].  Αυτή η δυνατότητα παρέχεται σε υπερασπιστές που  αναζητούν άσυλο εκτός της χώρας της ιθαγένειάς τους, έχουν βάσιμο φόβο δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, ιδιότητας μέλους μιας συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας ή πολιτικής άποψης και ταυτόχρονα το κράτος τους αδυνατεί ή δεν επιθυμεί να τους προσφέρει την κατάλληλη προστασία.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Στο σημείο αυτό, έχει ήδη λάβει χώρα η προσέγγιση του βασικού μας ερωτήματος, δηλαδή του εάν η διεθνής κοινότητα μεριμνά, μέσω διεθνών νομικών κειμένων, οργάνων και διαδικασιών, για την εξάλειψη και πρόληψη των εμποδίων που διέπει το έργο της υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το πρώτο βήμα αποτέλεσε η προσέγγιση του ειδικού πλαισίου διεθνούς προστασίας για τους υπερασπιστές. Αναφερθήκαμε, πρώτα, στη Διακήρυξη του ΟΗΕ για τους υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η οποία αποτελεί το βασικό εργαλείο τους ενάντια στις παραβιάσεις που υφίστανται. Από το περιεχόμενο του κειμένου αυτού προέκυψε με ενάργεια ότι η ιδιότητα του υπερασπιστή ανθρωπίνων δικαιωμάτων αποδίδεται σε έναν ευρύ κύκλο προσώπων, στον οποίο περιλαμβάνονται άτομα και ομάδες που δρουν για την προστασία και προώθηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, με μόνες προϋποθέσεις να αποδέχονται τα ανθρώπινα δικαιώματα στο σύνολό τους και χρησιμοποιούν ειρηνικά μέσα για την επίτευξη των σκοπών τους. Οι υπερασπιστές έχουν δικαίωμα να δραστηριοποιούνται χωρίς περιορισμό συνόρων και ιδεολογίας, ενώ είναι δυνατόν το έργο τους να είναι ερασιτεχνικό, ακόμα και μη συστηματικό. Ο καθένας μπορεί να καταστεί υπερασπιστής μέσω της έμπρακτης συμμετοχής του στην διαδικασία υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το πνεύμα της Διακήρυξης του ΟΗΕ ακολούθησαν εξειδικευμένα κείμενα του ΟΑΣΕ, του Συμβουλίου της Ευρώπης, της Αφρικανικής Επιτροπής, αλλά και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Έπειτα, εντοπίσαμε τις ειδικές διαδικασίες προστασίας όπου ανήκουν οι σχετικοί Εισηγητές με αποκλειστική αρμοδιότητα τον έλεγχο της κατάστασης των υπερασπιστών. Ο Ειδικός Εισηγητής του ΟΗΕ, της Διαμερικανικής Επιτροπής και της Αφρικανικής Επιτροπής, πραγματοποιώντας μεταξύ άλλων επιτόπιες επισκέψεις, συντάσσοντας εκθέσεις και εξετάζοντας τις παραβιάσεις κατά των υπερασπιστών, εκπληρώνουν όσο το δυνατόν ταχύτερα τον κοινό σκοπό τους. Επισημάνθηκε δε η ιδιαίτερη δυναμική που διαθέτουν να εφιστούν την προσοχή στις κρατικές αρχές, διαμορφώνοντας ένα τρίγωνο επικοινωνίας: θύμα-υπερασπιστής, Ειδικός Εισηγητής και κράτος.

Στη συνέχεια, έγινε εκτενής μνεία στα όργανα, στους μηχανισμούς και στα κείμενα γενικής αρμοδιότητας με επίκεντρο την προστασία δικαιωμάτων των ανθρώπων, όπου συμπεριλαμβάνονται οι υπερασπιστές. Οι υπερασπιστές μπορούν να προσφεύγουν ενώπιον των Εθνικών Θεσμών Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, οι οποίοι με όπλο την ανεξαρτησία τους και την νομική συνταγματική κατοχύρωση, διαδραματίζουν ρόλο μεσολαβητή ανάμεσα σε διεθνείς και εσωτερικούς θεσμούς προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μέσω διαδικασιών έρευνας, καταγγελίας, παροχής πληροφοριών στα διεθνή όργανα, αλλά και μέσω ίδρυσης κεντρικών σημείων συνάντησης για τους υπερασπιστές.

Δεδομένου, όμως, ότι τα κείμενα ειδικής προστασίας για τους υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν είναι δεσμευτικά και δεν περιέχουν νέα δικαιώματα, οι ίδιοι οι υπερασπιστές μπορούν να προσφύγουν διεθνώς, βάσει γενικότερου περιεχομένου κειμένων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως το ΔΣΑΠΔ, η ΕΣΔΑ και η ΔΣΔΑ. Όπως αποδείχτηκε, τα αντίστοιχα δικαιοδοτικά τους όργανα έχουν επιληφθεί πάμπολλες φορές περιπτώσεις υπερασπιστών, με συνέπεια την καταδίκη των υπαίτιων κρατών. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εκ μέρους της Διαμερικανικής Επιτροπής δυνατότητα λήψης μέτρων προφύλαξης, προκειμένου να αποφευχθεί η παραβίαση των δικαιωμάτων τους, αλλά και της οικογένειάς τους σε πρότερο χρόνο. Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και ο Επίτροπος Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης, κυρίως μέσα από τις παρεμβάσεις του σε υποθέσεις υπερασπιστών ενώπιον του ΕΔΔΑ. Ως επιπρόσθετη δυνατότητα των υπερασπιστών αποτελεί το να αξιοποιήσουν, ανάλογα με τις επιμέρους ιδιότητες που φέρουν, τα ειδικά κείμενα για τους δικηγόρους, τους δημοσιογράφους, τους αυτόχθονες ή και τους πρόσφυγες, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις που αυτά ορίζουν. Συνολικά, διαπιστώθηκε ότι τόσο τα ειδικά εργαλεία, όσο και τα γενικά είναι απαραίτητα, τα μεν πρώτα ανταποκρίνονται στις ειδικές ανάγκες των υπερασπιστών, τα δε δεύτερα διαθέτουν ευρέως διαδεδομένες διαδικασίες προσφυγής που οδηγούν στην αποτελεσματική επανόρθωσή τους.

Από όλα τα ως άνω στοιχεία συνάγεται ότι η διεθνής κοινότητα δεν ολιγωρεί, ούτε παραβλέπει τη σημασία της προστασίας όσων μάχονται για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Αντίθετα, η θεσμοθέτηση κειμένων και μηχανισμών ανά τον κόσμο κατέχει υψηλή θέση στις προτεραιότητες πλήθους διεθνών οργανισμών, με βασικότερη την κάλυψη που παρέχει ο ΟΗΕ.  Η ανάγκη ξεχωριστής προστασίας τους εδράζεται στα εξής βασικά σημεία: πρώτον στην καθοριστική συμβολή τους στην τήρηση και διάδοση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δεύτερον στον διπλό κίνδυνο που αυτοί φέρουν: της ασφάλειας των ατόμων που προστατεύουν και της δικής τους. Ωστόσο, το ως άνω περιγραφόμενο σύστημα, ενώ προάγει τη συνεργασία εθνικών και διεθνών φορέων και καλύπτει ευρύ φάσμα περιπτώσεων, χρήζει περαιτέρω βελτίωσης.

Ο ΟΗΕ πρέπει να εκτιμήσει σοβαρά την πιθανότητα θέσπισης ειδικής σύμβασης για τα δικαιώματα των υπερασπιστών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, προκειμένου να αναδείξει τον ιδιαίτερο ρόλο τους, δεδομένου ότι η ειδική προστασία που παρέχει βρίσκεται ακόμη στο μη δεσμευτικό επίπεδο της Διακήρυξης. Πρέπει, ωστόσο, να επισημανθεί ότι ακόμα κι αν η Διακήρυξη πράγματι δεν δεσμεύει τα κράτη να την εφαρμόσουν, η ύπαρξη οργάνου-τοποτηρητή των αρχών της, δηλαδή του Ειδικού Εισηγητή του ΟΗΕ για τους υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οδηγεί σε στενό έλεγχο της εφαρμογής της. Σε κάθε περίπτωση, ο ΟΗΕ θα πρέπει να ευνοήσει την επιλογή από τους υπερασπιστές της προσφυγής ενώπιον των Επιτροπών του.

Όσοι οργανισμοί δεν έχουν μεριμνήσει ακόμη για την για την προστασία των υπερασπιστών, θα πρέπει να προβούν στην υιοθέτηση των δικών τους κατευθυντήριων γραμμών και την δημιουργία ειδικών μηχανισμών καταγγελίας. Το Συμβούλιο της Ευρώπης θα μπορούσε να εγκαθιδρύσει ένα ειδικό όργανο με αποκλειστική αρμοδιότητα την προστασία των υπερασπιστών. Το ΕΔΔΑ καλείται να εξετάσει σοβαρά την πιθανότητα να διατάζει, όταν είναι μεγάλη η βλάβη που έχουν υποστεί οι υπερασπιστές, ατομικά και γενικά μέτρα αποκατάστασης σε όφελός τους και να μην αρκείται στην δίκαιη ικανοποίηση. Οι ειδικοί εισηγητές σε Αμερική και Αφρική θα ήταν ωφέλιμο να μπορούν να επιλαμβάνονται αυτοτελώς εξαιρετικά άμεσες καταγγελίες, χωρίς τη μεσολάβηση των αντίστοιχων επιτροπών. Πέραν αυτών όμως, όσο θετική και να είναι η δράση των οργάνων των διεθνών οργανισμών προς την κατεύθυνση της προώθησης του έργου των υπερασπιστών, κρίσιμο είναι το να μπορούν αυτοί να ελέγξουν με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα τη συμμόρφωση των κρατών προς τις αποφάσεις και τις συστάσεις τους.

Αναφορικά, τέλος, με τους Εθνικούς Θεσμούς Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αυτοί θα μπορούσαν να δημιουργήσουν περισσότερα κεντρικά σημεία συντονισμού της εφαρμογής τους. Όσοι εξ αυτών, δεν έχουν θεσμοθετήσει μηχανισμούς παρακολούθησης και διερεύνησης καταγγελιών, καλούνται να το πράξουν άμεσα, προς βοήθεια των υπερασπιστών, που ενώ βρίσκονται σε κίνδυνο, δεν λαμβάνουν κρατική βοήθεια.

Ως γενική αποτίμηση πρέπει να σημειωθεί ότι τα ειδικά και γενικά εργαλεία συνθέτουν μαζί ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο προστασίας. Δεδομένου ότι τα ειδικά εργαλεία, αν και έχουν θεσπιστεί για να αντιμετωπίσουν τους ειδικούς κινδύνους και ανάγκες των υπερασπιστών, στερούνται δεσμευτικότητας και λαμβάνοντας υπόψη ότι οι υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων μπορούν να προσφύγουν διεθνώς βάσει των γενικών κειμένων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, χωρίς όμως να μνημονεύονται πάντοτε ως τέτοιοι, η αποτελεσματικότερη προστασία τους, μέχρι τη δημιουργία μιας σχετικής δεσμευτικής σύμβασης, μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από τη σωρευτική και αλληλοσυμπληρούμενη εφαρμογή αμφότερων.

 

Υποσημειώσεις:

[1]OHCHR |NEWS SEARCH, [website]: http://www.ohchr.org/EN/NewsEvents/Pages/NewsSearch.aspx?MID=SR_HR_Defenders (accessed 30.11.2017)

[2]OSCE Office for Democratic Institutions and Human Rights (ODIHR), Guidelines on the Protection of Human Rights Defenders, 2014, p. 1-18, http://www.osce.org/odihr/guidelines-on-the-protection-of-human-rights-defenders?download=true (accessed 30.11.2017)

[3]Office of the United Nations High Commissioner for Human Rights, Fact Sheet No. 29, Human Rights Defenders: Protecting the Right to Defend Human Rights, 2004, p. 12, http://www.ohchr.org/Documents/Publications/FactSheet29en.pdf (accessed 30.11.2017)

[4]Declaration on the Right and Responsibility of Individuals, Groups and Organs of Society to Promote and Protect Universally Recognized Human Rights and Fundamental Freedoms, UNGA Res 53/144 (adopted 9 December 1998). This declaration is commonly referred to as the Declaration on Human Rights Defenders.

[5]See note 3, p. 2

[6]Declaration on Human Rights Defenders, UNGA Res 53/144 (adopted 9 December 1998), Preamble para.4

[7]See note 3, p.18

[8]See note 3, p. 19

[9]C. Eaton., ‘Human rights defenders in the United Nations Framework’, Human Rights Defender, vol. 25, no. 1, 5, 2006, p. 5

[10]L.-E.-E Fernández and C. Patel, ‘Towards developing a critical and ethical approach for better recognising and protecting human rights defenders’, The International Journal of Human Rights, vol. 19, no. 7, 896, 2015, p. 3

[11]Lund Plan of Action in the report ‘Human rights defenders: international partnership’, FIDH and Raoul Wallenberg Institute of Human Rights and Humanitarian Law, 25-27 April 1997, Lund, Sweden

[12]E. Athanasiou, ‘The human rights defenders at the crossroads of the new century: Fighting for freedom and security in the OSCE area’, Helsinki Monitor, vol. 16, no. 1, 14, 2005, p. 16

[13]See note 3, p. 2

[14]ibid, p. 5

[15]ibid, p. 3

[16]ibid

[17]See note 3, p. 2-3

[18]ibid

[19]See note 3, p. 6-7

[20]ibid

[21]UNHRC, ‘Report of the Special Rapporteur on the situation of human rights defenders, Margaret Sekaggya’ (20 December 2010) UN Doc A/HRC/16/44, para. 86

[22]See note 3, p. 14

[23]OHCHR | FOR INTERNATIONAL WOMEN HUMAN RIGHTS DEFENDERS DAY – 29 NOVEMBER 2016, [website] http://www.ohchr.org/EN/NewsEvents/Pages/DisplayNews.aspx?NewsID=20938 (accessed 30.11.2017)

[24]See note 3, p. 14

[25]UNHRC, ‘Report of the Special Rapporteur on the situation of human rights defenders, Margaret Sekaggya’ (20 December 2010) UN Doc A/HRC/16/44, para. 63

[26]See above, para. 30

[27]See note 12, p. 16

[28]M. M Quintana and E. E Fernandéz, Protection of Human Rights Defenders: Best Practices and Lessons Learnt, Protection International, 2012, p. 35, https://www.protectioninternational.org/wp-content/uploads/2013/04/Best-Practices-and-Lessons-Learnt.pdf

[29]ibid

[30] UNGA, ‘Report of the Special Rapporteur on the situation of human rights defenders’ (1 February 2016) UN Doc A/HRC/31/55 para.111 pr. 2

[31]UNGA, ‘Situation of human rights defenders’ (3 August 2016) UN Doc A/71/281 para. 53

[32]L.-E.-E Fernández and C. Patel, ‘Towards developing a critical and ethical approach for better recognising and protecting human rights defenders’, p. 3

[33]See note 9, p. 7

[34]See note 3, p. 9

[35]Universal Declaration of Human Rights (adopted 10 December 1948) UNGA Res 217 A(III) (UDHR) art 3

[36]L.-E.-E Fernández and C. Patel, ‘Towards developing a critical and ethical approach for better recognising and protecting human rights defenders’, p. 6

[37]See note 3, p. 9

[38]L.-E.-E Fernández and C. Patel, ‘Towards developing a critical and ethical approach for better recognising and protecting human rights defenders’, p. 8

[39]See note 3p. 10

[40]See note 4, art 12.3 and 13

[41]UNHRC, ‘Report of the Special Rapporteur on the situation of human rights defenders, Margaret Sekaggya’ (2010) 6. UN Doc A/HRC/25/55

[42]L.-E.-E Fernández and C. Patel, ‘Towards developing a critical and ethical approach for better recognising and protecting human rights defenders’ The International Journal of Human Rights, p. 7

[43]ibid

[44]See note 9, p. 7

[45]See note 28, p. 30

[46]Political Constitution of the Republic of Guatemala, 1985 (as Amended to 1993), art 45: ‘Action to prosecute the violators of human rights is public and can be exercised through a simple denunciation, without any guarantee or formality whatever. The opposition of the people to protect and defend the rights and guarantees granted in the Constitution is legitimate.’

[47]Organization for Security and Co-operation in Europe (OSCE), Conference on Security and Co-operation in Europe (CSCE) : Final Act of Helsinki (Questions Relating to Security in Europe: 1(a) Declaration on Principles Guiding Relations between Participating States – Principle VII)

[48]OSCE Office for Democratic Institutions and Human Rights (ODIHR), “The Responsibility of States”: Protection of Human Rights Defenders in the OSCE Region (2014–2016)’, 2017, p. 15, http://www.osce.org/odihr/341366?download=true (accessed 30.1.2017)

[49]See above, p. 16

[50]See note 2, p. 18-19, para. 85-89

[51]ibid, para. 76-84

[52]K. Bennett, ‘European Union Guidelines on Human Rights Defenders: a review of policy and practice towards effective implementation’ The International Journal of Human Rights, vol. 19, no. 7, 908, 2015, p. 910

[53]ibid, p. 908

[54]Declaration of the Committee of Ministers on Council of Europe action to improve the protection of human rights defenders, and promote their activities (Adopted by the Committee of Ministers on 6-2 2008 at the 1017th meeting of the Ministers’ Deputies)

[55]ibid, para. 1

[56]Grand Bay (Mauritius) Declaration and Plan of Action (First OAU Ministerial Conference on Human Rights, meeting from 12 to 16 April, 1999 in Grand Bay, Mauritius), para.19

[57]Federal Department of Foreign Affairs (FDFA) , ‘Swiss Guidelines on the Protection of Human Rights Defenders’ (2013) and Norwegian Ministry of Foreign Affairs, ‘Norway’s efforts to support human rights defenders Guide for the foreign service’ (2010)

[58]Office of the United Nations High Commissioner for Human Rights, Fact Sheet No.27, Seventeen Frequently Asked Questions about United Nations Special Rapporteurs, 2001, p. 1, http://www.ohchr.org/Documents/Publications/FactSheet27en.pdf (accessed 30.11.2017)

[59]UN Commission on Human Rights, ‘Commission on Human Rights resolution 2000/61 Human rights defenders’ (27 April 2000), UN Doc E/CN.4/RES/2000/61

[60]See note 58, p. 12

[61]UN Commission on Human Rights, ‘Commission on Human Rights resolution 2000/61 Human rights defenders’ (27 April 2000), UN Doc E/CN.4/RES/2000/61

[62]UNHRC, ‘Mandate of the Special Rapporteur on the situation of human rights defenders (2008) UN Doc Res 7/8

[63]See note 3, p. 23-24

[64]ibid, p. 23

[65]Ibid, p. 25

[66]OHCHR |COUNTRY VISITS, [website] www.ohchr.org/EN/Issues/SRHRDefenders/Pages/CountryVisits.aspx (accessed 30.11.2017)

[67]Ibid, p. 26-27

[68]UNHRC, ‘Report of the Special Rapporteur on the situation of human rights defenders, Michel Forst’ (2017) UN Doc A/HRC/34/52

[69]See note 3, p. 24

[70]Ibid, p. 25

[71]ibid

[72]OHCHR | SUBMITTING COMPLAINTS, [website] www.ohchr.org/EN/Issues/SRHRDefenders/Pages/CountryVisits.aspx (accessed 30.11.2017)

[73]See note 58, p. 13

[74]IACHR CONCLUDES ITS 141ST REGULAR SESSION, [website] www.oas.org/en/iachr/media_center/PReleases/2011/028.asp (accessed 30.11.2017)

[75]OAS:: IACHR :: RAPPORTEURSHIP ON HUMAN RIGHTS DEFENDERS :: FUNCTIONS, [website] www.oas.org/en/iachr/defenders/mandate/Functions.asp (accessed 30.11.2017)

[76]African Commission on Human and Peoples’ Rights, ‘Resolution 69, Resolution on the Protection of Human Rights Defenders in Africa’ (4 June 2004)

[77]Ibid, para. 4

[78]See note 28, p. 12

[79]Commonwealth workshop on the United Nations Declaration on Human Rights Defenders for the Asian region, Commonwealth Law Bulletin, vol. 30, 837, 2004

[80]Office of the United Nations High Commissioner for Human Rights, Commentary to the Declaration on the Right and Responsibility of Individuals, Groups and Organs of Society to Promote and Protect Universally Recognized Human Rights and Fundamental Freedoms, 2011, p. 5, http://www.ohchr.org/Documents/Issues/Defenders/CommentarytoDeclarationondefendersJuly2011.pdf (accessed 30.11.2017)

[81]See note 4, art 13 para.4

[82]K. Meuwissen, ‘National human rights institutions as bridge-builders between the state and the multi-layered human rights system: an international legal analysis from a european perspective’, PhD Thesis, KU Leuven, 2017, p. 21

[83]G. Triggs, ‘National Human Rights Institutions as human rights defenders’, Human Rights Defender, vol. 25, no. 1, 9, 2016, p. 10

[84]See above, p. 10

[85]ibid

[86]OHCHR, National Human Rights Institutions History, Principles, Roles and Responsibilities, 2010, UN Doc HR/P/PT/4/Rev.1, p. 20, http://www.ohchr.org/Documents/Publications/PTS-4Rev1 NHRI_en.pdf (accessed 30.11.2017)

[87]ibid

[88]ibid

[89]G. De Beco, ‘The Role of National Human Rights Institutions in the Promotion and Protection of Economic, Social and Cultural Rights: Historical, Theoretical and Critical Perspectives’, in Brems et al (eds.), National human rights institutions and economic, social and cultural rights, Intersentia, 2013, para. 7.25

[90]See note 83, p. 13

[91]Principles Relating to the Status and Functioning of National Institutions for the Protection and Promotion of Human Rights (The Paris Principles) (1993) UNGA Res 48/134, UN Doc A/RES/48/134.

[92]See note 83, p. 7

[93]ibid, p. 21

[94]ibid

[95]See note 30, para. 94

[96]UNHRC, ‘Report of the Special Rapporteur on the situation of human rights defenders, Margaret Sekaggya’ (2013) 23. UN Doc A/HRC/22/47, para.76 and 117-118

[97]CoE: Commissioner for Human Rights, ‘Human rights defenders in the council of Europe area. Report of the round-table with human rights defenders’ (Strasbourg, 27-28 October 2011),CommDH(2012)21, para. 54

[98]Principles Relating to the Status and Functioning of National Institutions for the Protection and Promotion of Human Rights (The Paris Principles) (adopted 1993) UNGA 48/134 UN Doc A/RES/48/134.

[99]See note 82, p. 316

[100]See note 83, p. 10

[101]see note 96, para. 80

[102] UNGA, ‘Report of the Special Rapporteur on the situation of human rights defenders’ (1 February 2016) UN Doc A/HRC/31/55 para. 94

[103]OSCE Office for Democratic Institutions and Human Rights, Focal Point for Human Rights Defenders and National Human Rights Institutions, 2007, http://www.europarl.europa.eu/meetdocs/2009_2014/documents/droi/dv/droi_20100125_33fsosce_/droi_20100125_33fsosce_en.pdf (accessed 30.11.2017)

[104]See note 2, p. 8, para. 40

[105]ibid, p. 35-36, para. 40

[106]European Union, Ensuring Protection – European Union Guidelines on Human Rights Defenders (revised 2008), para.13

[107] OAS, AG/RES. 2421 (XXXVIII-O/08) (Adopted at the fourth plenary session, held on June 3, 2008)

[108]See note 83, p. 3

[109]ibid, p. 22

[110]ibid, p. 23

[111]ibid, p. 25

[112]ibid, p. 144

[113]See note 96, para. 79

[114]See note 92, p. 10

[115]UN General Assembly, International Covenant on Civil and Political Rights, 16 December 1966, United Nations, Treaty Series, vol. 999, p. 171

[116]Evangeline Hernandez v The Philippines (2010) Decision of the Human Rights Committee UN Doc CCPR/C/99/D/1559/2007

[117]Mr. OrlyMarcellana and Mr. Daniel Gumanoy v The Philippines (2008) Decision of the Human Rights Committee UN Doc CCPR/C/94/D/1560/2007

[118]Willy WengaIlombe and Nsii Luanda Shandwe v Democratic Republic of the Congo (2006) Decision of the Human Rights Committee UN Doc CCPR/C/86/D/1177/2003

[119]AzimjanAskarov v Kyrgyzstan (2016) Decision of the Human Rights Committee UN Doc CCPR/C/116/D/2231/2012

[120]CERD, CAT, CEDAW, CRPD, CED, CMW, CESCR and CRC

[121]Said Amini v Denmark (2010) Decision of the Committee Against Torture UN Doc CAT/C/45/D/339/2008, Nirmal Singh v Canada (2011) Decision of the Committee Against Torture UN Doc CAT/C/46/D/319/2007 and T.D v Switzerland (2009) Decision of the Committee Against Torture UN Doc CAT/C/46/D/375/2009

[122]Council of Europe, European Convention for the Protection of Human Rights and Fundamental Freedoms, as amended by Protocols Nos. 11 and 14, 4 November 1950, ETS 5

[123]ECtHR, Rules of Court (14 November 2016) art 39

[124]Rules of procedure of the Human Rights Committee UN Doc CCPR/C/3/REV.10 (11 Jan 2012) Rule 92

[125]Rasul Jafarov v Azerbaijan App no. 69981/14 (ECtHR 17 March 2016)

[126]Κavkazskiy v Russia App 19327/13 (ECtHR 28 November 2017)

[127]Yunusova and Yunusov v. Azerbaijan App 59620/14 (ECtHR 17 October 2016)

[128]Identoba and others v Georgia App 73235/12 (ECtHR 12 May 2015)

[129]Helsinki Committee of Armenia v Armenia App 59109/08 (ECtHR 31 March 2015)

[130]Ezelin v France app 11800/85 (ECtHR 26 April 1991)

[131]Human rights defenders – Commissioner for Human Rights, [website] http://www.coe.int/en/web/commissioner/human-rightsdefender (accessed 30.11.2017)

[132]Council of Europe: Commissioner for Human Rights, ‘Third party intervention by the Council of Europe Commissioner for Human Rights before the European Court of Human Rights in the case ECODEFENCE and others v. Russia and 48 other applications’ (5 July 2017), CommDH(2017)22

[133]CοΕ: Commissioner for Human Rights, ‘Third party intervention by the Council of Europe Commissioner for Human Rights before the European Court of Human Rights’ (10 October 2017), CommDH(2017)29

[134]ibid, para. 76

[135]Human Rights Defenders v. Guatemala (Preliminary Objections, Merits, Reparations and Costs) (IACtHR 28August 2014) Series C No. 283

[136]Heliodoro Portugal v Panama (Preliminary objections, Merits, Reparations and Costs) (Inter-American Court of Human Rights 12 August 2008) Series C No. 186

[137]Myrna Mack Chang v Guatemala (Merits, Reparations and Costs) (IACtHR 25 November 2003) Series C No. 101

[138]Yarce and Others v. Colombia (Preliminary Objection, Merits, Reparations and Costs) (IACtHR 22 November 2016) Series C No. 325

[139]IACHR, ‘Second Report on the situation of human rights defenders in the Americas’ (31 December 2011) OEA/Ser.L/V/II.  Doc. 66, p. 189 para. 416

[140]IACHR, ‘Second Report on the situation of human rights defenders in the Americas’ (31 December 2011) OEA/Ser.L/V/II.  Doc. 66, p. 3 para. 11

[141]IACHR, ‘Criminalization of the Work of Human Rights Defenders’ (3 December 2015) OEA/Ser.L/V/II.Doc. 49/15, para. 4

[142]Rules of Procedure of the Inter-American Commission on Human Rights (Approved by the Commission at its 137th regular period of sessions, held from October 28 to November 13, 2009, and modified on September 2nd, 2011 and during the 147th Regular Period of Sessions, held from 8 to 22 March 2013, for entry into force on August 1st, 2013), art. 25

[143]IACHR, ‘Second Report on the situation of human rights defenders in the Americas’ (31 December 2011) OEA/Ser.L/V/II.  Doc. 66, para. 422-431

[144]Inter-American Commission on Human Rights, Resolutions 15/2015 (PM 106/15 – Cruz Sánchez Lagarda and others, México), 7/2016 (PM 452/13 – LauroBaumea Mora et al, México), 16/2016 (PM 112/16 – Members of COPINH, Berta Cáceres’ relatives and other, Honduras)

[145][145]IACHR, ‘Second Report on the situation of human rights defenders in the Americas’ (31 December 2011) OEA/Ser.L/V/II. Doc. 66, para. 434

[146]IACHR, Res 10/17 (PM 393/15 – Persons Deprived of Liberty in “Punta Coco” Temporary Detention Facility, Panama)

[147]IACHR, Res 6/17 (PM 688/16-Érick Pérez and Others, Honduras)

[148]IACHR, Res 14/15 (PM 77/15-Defenders E. and K. and their relatives, Mexico), 24/2016 (PM 29/16 – Margarita Marín Yan and others, Mexico)

[149]United Nations, Basic Principles on the Role of Lawyers (adopted 7 September 1990)

[150]M. Jones, ‘Protecting human rights defenders at risk: asylum and temporary international relocation’, The International Journal of Human Rights, The International Journal of Human Rights, Vol. 19, no. 7, 935, 2015

[151]UN General Assembly, Convention Relating to the Status of Refugees, 28 July 1951, United Nations, Treaty Series, vol. 189, p. 137, art 1


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες