Η παράταση της προσωρινής κράτησης μέλους του Κοινοβουλίου χωρίς επαρκή δικαιολόγηση, παραβιάζει την ελευθερία της έκφρασης της λαϊκής θελήσεως και το δικαίωμά του εκλέγεσθαι.

ΑΠΟΦΑΣΗ

Selahattin Demirtaş κατά Τουρκίας της 20.11.2018 (αριθ. 2) (αριθ. 14305/17)

 βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Σύλληψη και Προσωρινή Κράτηση στην Τουρκία  συμπροέδρου του Δημοκρατικού Κόμματος των Λαών (HDP), αριστερού φιλοκουρδικού πολιτικού κόμματος. Το ΕΔΔΑ δέχτηκε ότι ο τελευταίος συνελήφθη και κρατήθηκε  βάσει εύλογης υποψίας ότι είχε διαπράξει κάποιο ποινικό αδίκημα. Ωστόσο, το Δικαστήριο έκρινε ότι η παράταση της κράτησής του έλαβε χώρα χωρίς να υπάρχουν επαρκείς λόγοι δικαιολόγησης της διάρκειάς της. Παρά το γεγονός ότι ο τελευταίος είχε διατηρήσει το καθεστώς του μέλους του Κοινοβουλίου καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας του, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η μη δυνατότητα του να συμμετάσχει στην Εθνοσυνέλευση, λόγω της προσωρινής του κράτησης, συνιστούσε αδικαιολόγητη παρέμβαση στην ελευθερία έκφρασης της λαϊκής θελήσεως και στο δικαίωμά του εκλέγεσθαι. Η παράταση της προσωρινής του κράτησης, κυρίως στα πλαίσια δύο σημαντικών εκστρατειών, του δημοψηφίσματος και των προεδρικών εκλογών καθιστούσε βέβαιο πέρα κάθε αμφιβολίας, ότι είχε ως απώτερο σκοπό να καταπνίξει τον πλουραλισμό και να περιορίσει την ελευθερία του πολιτικού διαλόγου, ο οποίος αποτελεί τον πυρήνα της δημοκρατικής κοινωνίας. Κατά συνέπεια το Δικαστήριο έκρινε ομόφωνα ότι η Τουρκία έπρεπε να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την παύση της προσωρινής κράτησης του πορσφεύγοντος.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 5 παρ.1

Αρθρο 5παρ3

Άρθρο 5παρ.4

Άρθρο 3 του 1ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ

Άρθρο 18 σε συνδυασμό με άρθρο 5 παρ.3

Άρθρο 46

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Η υπόθεση αφορά τη σύλληψη και την προδικαστική κράτηση του κ. Selahattin Demirtaş, ο οποίος την εποχή εκείνη των γεγονότων ήταν ένας από τους συμπροέδρους του Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος (HDP), αριστερού φιλοκουρδικού πολιτικού κόμματος. Από το 2007 ήταν μέλος της Τουρκικής Μεγάλης Εθνοσυνέλευσης. Μετά τις βουλευτικές εκλογές του Νοεμβρίου 2015 επανεκλέχθηκε ως βουλευτής του HDP και η θητεία του τελείωσε στις εκλογές του Ιουνίου του 2018.

Τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο του 2014, τα μέλη της Daesh (Ισλαμικό Κράτος) επιτέθηκαν  στη Συριακή πόλη Kobani, περίπου 15 χλμ. από την τουρκική συνοριακή πόλη Suruç. Ένοπλες συγκρούσεις έλαβαν χώρα μεταξύ των δυνάμεων της Daesh και των Μονάδων Προστασίας του Λαού (YPG), μια οργάνωση που ιδρύθηκε το 2004 στη Συρία και θεωρήθηκε ως τρομοκρατική οργάνωση από την Τουρκία λόγω των σχέσεών της με το ΡΚΚ (Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν). Από τις 2 Οκτωβρίου 2014 και μετά, ένας μεγάλος αριθμός διαδηλώσεων πραγματοποιήθηκαν στην Τουρκία και τοπικές και διεθνείς ΜΚΟ ζήτησαν την υποστήριξη προς την πόλη Kobani εναντίον της πολιορκία από την Daesh. Από τις 6 Οκτωβρίου 2014, οι διαδηλώσεις έγιναν βίαιες.

Προηγουμένως, κατά τα τέλη του 2012 και τον Ιανουάριο του 2013, υπήρξε ειρηνευτική διαδικασία γνωστή ως «διαδικασία επίλυσης» η οποία ξεκίνησε με σκοπό την εξεύρεση μόνιμης και ειρηνικής λύσης στο «κουρδικό ζήτημα». Μια σειρά από μεταρρυθμίσεις  πραγματοποιήθηκαν με στόχο τη βελτίωση της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Τον Φεβρουάριο του 2015 παρουσιάστηκε στο κοινό δήλωση συμφιλίωσης, γνωστή ως «συναίνεση Dolmabahçe», από μια αντιπροσωπεία βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του τότε αντιπροέδρου.

Το HDP πέτυχε το 13% των ψήφων στις κοινοβουλευτικές εκλογές του Ιουνίου του 2015, υπερβαίνοντας το όριο εκπροσώπησης στην Εθνοσυνέλευση. Το AKP, το κυβερνών κόμμα, έχασε την πλειοψηφία του Κοινοβουλίου. Στις 20 Ιουλίου 2015 πραγματοποιήθηκε τρομοκρατική επίθεση που προφανώς πραγματοποιήθηκε από την Daesh στο Suruç, αφήνοντας 34 νεκρούς και περισσότερους από 100 τραυματίες. Στις 22 Ιουλίου 2015, σε μια άλλη τρομοκρατική επίθεση στο Ceylanpınar, σκοτώθηκαν δύο αστυνομικοί. Οι δολοφονίες, οι οποίες φέρονται να διαπράχθηκαν από μέλη του PKK,  είχε ως αποτέλεσμα το de facto τέλος της «διαδικασίας εύρεσης λύσης». Την ημέρα μετά την επίθεση αυτή, οι ηγέτες του  PKK προέτρεψαν τον λαό να οπλιστεί και να σκάψει υπόγεια περάσματα που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν κατά τις ένοπλες συγκρούσεις. Ζήτησαν τη διακήρυξη ενός πολιτικού συστήματος αυτοδιαχείρισης και ανακοίνωσαν ότι όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι στην περιοχή θα θεωρούνται πλέον συνεργικοί του AKP και υπήρχε κίνδυνος να στοχοποιηθούν. Το Νοέμβριο του 2015 το HDP πήρε το 10% των ψήφων στις εκλογές που κέρδισε το ΑΚΡ, το οποίο επανέκτησε την πλειοψηφία του στην Εθνοσυνέλευση.

Στις 20 Μαΐου 2016, η Εθνοσυνέλευση ψήφισε μια συνταγματική τροπολογία σύμφωνα με την οποία η ασυλία του κοινοβουλίου αίρονταν σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες είχαν υποβληθεί αιτήσεις άρσης της ασυλίας της Εθνικής Συνέλευσης πριν από την ημερομηνία υιοθέτησης της τροποποίησης. Η τροπολογία επηρέασε συνολικά 154 μέλη της Εθνοσυνέλευσης, συμπεριλαμβανομένων 55 από το HDP. Σε διάφορες ημερομηνίες, 14 μέλη HDP του κοινοβουλίου, συμπεριλαμβανομένου του κ. Demirtaş, και ενός από την CHP τέθηκαν υπό προσωρινή κράτηση και διενεργήθηκαν ποινικές έρευνες στο πρόσωπό τους.

Συνολικά 70 βουλευτές υπέβαλαν αίτηση στο Συνταγματικό Δικαστήριο για επανεξέταση της συνταγματικής τροπολογίας, υποστηρίζοντας ότι η άρση της ασυλίας των βουλευτών πρέπει να λαμβάνεται ως «κοινοβουλευτική απόφαση» που λαμβάνεται σύμφωνα με το Σύνταγμα. Το Συνταγματικό Δικαστήριο απέρριψε ομόφωνα το αίτημα, διαπιστώνοντας ότι η υπό κρίση υπόθεση αφορούσε μια συνταγματική τροποποίηση με την επίσημη έννοια του όρου και όχι μια κοινοβουλευτική απόφαση. Το Δικαστήριο ισχυρίστηκε ότι η εν λόγω τροποποίηση θα μπορούσε να επανεξεταστεί σύμφωνα με την προβλεπόμενη διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 148 του Συντάγματος, με την οποία μόνο ο Πρόεδρος της Τουρκίας ή το ένα πέμπτο των 550 μελών της Εθνοσυνέλευσης μπορούν να υποβάλουν αίτηση για επανεξέταση στο Συνταγματικό Δικαστήριο. Θεωρώντας ότι η εν λόγω προϋπόθεση δεν πληρούνταν στην υπόθεση ενώπιον του, το Συνταγματικό Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα.

Περίπου 31 ερευνητικές εκθέσεις, από τις οποίες η πλειοψηφία που αφορούσε εγκλήματα που σχετίζονται με την τρομοκρατία, συντάχθηκαν από τους εισαγγελείς σε σχέση με τον κ. Demirtaş ενώ ήταν μέλος του κοινοβουλίου. Μετά την έναρξη ισχύος της συνταγματικής τροποποίησης, ο εισαγγελέας του Diyarbakır αποφάσισε να συμμετάσχει σε όλες τις ποινικές έρευνες. Σε έξι περιπτώσεις οι αρμόδιοι εισαγγελείς εξέδωσαν κλήσεις προς τον κ. Demirtaş για να καταθέσει. Ωστόσο, δεν εμφανίστηκε ενώπιον των αρχών. Στις 4 Νοεμβρίου 2016 συνελήφθη στο σπίτι του και τέθηκε υπό προσωρινή κράτηση. Την ίδια ημέρα, με τη βοήθεια τριών δικηγόρων, εμφανίστηκε ενώπιον του εισαγγελέα και υποστήριξε ότι είχε συλληφθεί και τέθηκε υπό κράτηση για λόγους ασφαλείας εξαιτίας των πολιτικών του πεποιθήσεων και με εντολή του Προέδρου της Τουρκίας. Αυτός δήλωσε με την ευκαιρία αυτή ότι δεν θα απαντούσε σε οποιεσδήποτε ερωτήσεις σχετικά με τις κατηγορίες εναντίον του. Ο εισαγγελέας ζήτησε να τεθεί υπό προσωρινή κράτηση για συμμετοχή σε ένοπλη τρομοκρατική οργάνωση και για υποκίνηση διάπραξης αδικήματος.

Στις 8 Νοεμβρίου 2016, ο κ. Demirtaş κατέθεσε ένσταση κατά της απόφασης κράτησης, αλλά απορρίφθηκε. Στις 11 Ιανουαρίου 2017, ο εισαγγελέας άσκησε ποινική δίωξη εναντίον του κ. Demirtaş, κατηγορώντας για τη δημιουργία ή την διαχείριση ένοπλης τρομοκρατικής οργάνωσης, για διάδοση προπαγάνδας υπέρ τρομοκρατικής οργάνωσης, προτροπή για διάπραξη αδικήματος, δημόσια υποκίνηση σε μίσος και εχθρότητα, προτροπή για παραβίαση του νόμου, οργάνωση και συμμετοχή σε παράνομες συναντήσεις και διαδηλώσεις και μη συμμόρφωση με τις εντολές των δυνάμεων ασφαλείας για τη διάλυση παράνομης διαδήλωσης.  Η ποινή που θα του επιβάλλονταν κυμαίνονταν από 43 και 142 έτη κάθειρξης. Στις 22 Μαρτίου 2017, κατόπιν αιτήματος του Υπουργείου Δικαιοσύνης για λόγους δημόσιας ασφάλειας, το Ανώτατο Δικαστήριο παρέπεμψε την υπόθεση στο Ανώτατο Δικαστήριο της Άγκυρας.

Κατά τη διάρκεια της δίκης ο προσφεύγων υποστήριξε ότι είχε τεθεί υπό κράτηση εξαιτίας της έκφρασης των πολιτικών του απόψεων  και αρνήθηκε ότι διέπραξε οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα. Κατά τη διάρκεια της έρευνας και της δίκης, ο ίδιος υπέβαλε περισσότερες από 15 ενστάσεις κατά της συνεχιζόμενης προσωρινής κράτησης. Τα εθνικά δικαστήρια επέκτειναν επανειλημμένα την κράτησή του. Η ποινική διαδικασία εκκρεμεί ενώπιον του Κακουργιοδικείου της Άγκυρας.

Στις 17 Νοεμβρίου 2016 και στις 29 Μαΐου 2018 ο κ. Demirtaş προσέφυγε στο Συνταγματικό δικαστήριο. Η πρώτη προσφυγή του απορρίφθηκε, ενώ η δεύτερη εκκρεμεί.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 5 § 1

Όσον αφορά την καταγγελία του κ. Demirtaş ότι η προφυλάκιση δεν συμμορφώθηκε με την εγχώρια νομοθεσία, το Δικαστήριο έκρινε ότι ούτε η ερμηνεία ούτε η εφαρμογή του εσωτερικού δικαίου από το Συνταγματικό Δικαστήριο φάνηκε αυθαίρετη ή παράλογη. Ο κ. Demirtaş είχε τεθεί υπό προσωρινή κράτηση μετά την άρση της βουλευτικής ασυλίας του και σύμφωνα με τα Άρθρα 100 και άλλα του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Αυτό η αιτίαση της προσφυγής έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη και ως προδήλως αβάσιμη.

Το Δικαστήριο επισήμανε ότι όσο ο κ. Demirtaş ήταν μέλος του κοινοβουλίου, οι κρατικοί  εισαγγελείς είχαν υποβάλει 31 εκθέσεις σχετικά με αυτόν στην Εθνοσυνέλευση το 2004  αναφορικά με αιτήματα για άρση της κοινοβουλευτικής ασυλίας. Οι ποινικές έρευνες είχαν όλες ενσωματωθεί σε μια μόνο δικογραφία. Αφού αρνήθηκε να δώσει κατάθεση στις ανακριτικές αρχές, ο κ. Demirtaş συνελήφθη και τέθηκε υπό κράτηση στις 4 Νοεμβρίου 2016. Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι ο κ. Demirtaş είχε στερηθεί την ελευθερία του λόγω υποψίας ότι διέπραξε διάφορα αδικήματα, ορισμένα από τα οποία σχετίζονταν με την τρομοκρατία. Σημείωσε επίσης ότι οι εθνικές αρχές, ιδίως τα πρωτοβάθμια δικαστήρια και το Συνταγματικό Δικαστήριο, διαπίστωσαν ότι ήταν δυνατόν να συμπεράνουν ότι ο κ. Demirtaş ενεργούσε σύμφωνα με τις οδηγίες των ηγετών της τρομοκρατικής οργάνωσης. Λαμβάνοντας υπόψη τις απαιτήσεις του άρθρου 5 § 1 της Σύμβασης όσον αφορά το επίπεδο πραγματικής δικαιολόγησης που απαιτείται στο στάδιο της υποψίας, το Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρχαν επαρκείς πληροφορίες στον φάκελο της ποινικής δίκης για να ικανοποιήσουν έναν αντικειμενικό παρατηρητή ότι ο κ. Demirtaş θα μπορούσε να έχει διαπράξει τουλάχιστον μερικά από τα αδικήματα για τα οποία είχε διωχθεί. Συμπέρανε ότι θα μπορούσε να ειπωθεί ότι συνελήφθη και κρατηθεί λόγω βάσιμων ενδείξεων διάπραξης ποινικού αδικήματος και ότι, ως εκ τούτου, δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 5 § 1 της Σύμβασης.

Άρθρο 5 § 3

Αφού τέθηκε υπό προσωρινή κράτηση στις 4 Νοεμβρίου 2016, ο κ. Demirtaş εξακολουθούσε να στερείται της ελευθερίας του. Όσον αφορά την ύπαρξη συγκεκριμένων στοιχείων που δημιούργησαν υποψίες ότι είχε διαπράξει το  αδίκημα, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι υποψίες εναντίον του κ. Demirtaş θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν  την αρχική κράτησή του. Παρατήρησε επίσης ότι οι δικαστές που αποφάσισαν την κράτηση του είχαν βασίσει τις αποφάσεις τους στο γεγονός ότι κατηγορήθηκε για αδικήματα που απαριθμούνται στο άρθρο 100 § 3 του Κώδικα Ποινική Δικονομία. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, για ορισμένα αδικήματα το τουρκικό δίκαιο προέβλεπε νομικό τεκμήριο στο οποίο βασίζονταν η κράτηση: ο κίνδυνος διαφυγής, αλλοίωση αποδεικτικών στοιχείων ή άσκηση πίεσης σε μάρτυρες, θύματα και άλλα πρόσωπα.

Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι κάθε σύστημα υποχρεωτικής κράτησης ήταν αφ’ εαυτού, ασυμβίβαστο με το άρθρο 5 § 3 της Σύμβασης. Όταν ο νόμος προέβλεπε τεκμήριο όσον αφορά τους λόγους της προσωρινής κράτησης, έπρεπε παρ’ όλα αυτά να αποδειχθεί πειστικά ότι υπήρχαν συγκεκριμένα γεγονότα που δικαιολογούσαν την απομάκρυνση από τον κανόνα του σεβασμού της ατομικής ελευθερίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο σημείωσε ότι η διαπίστωση των εγχώριων δικαστηρίων σχετικά με την ύπαρξη εναλλακτικών μέτρων σε σχέση με τη κράτηση ήταν ανεπαρκής αν δεν είχε βασιστεί σε οποιαδήποτε ανάλυση των προσωπικών στοιχείων της κατάστασης του κ. Demirtaş. Διαπίστωσε ότι οι δικαστικές αρχές δεν έκαναν καμία αναφορά στις συγκεκριμένες περιστάσεις που τεκμηριώνουν τους ενδεχόμενους κινδύνους και δεν διευκρίνισαν πως τέτοιοι κίνδυνοι δικαιολογούσαν μια τόσο μακρά περίοδο.

Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι τα εθνικά δικαστήρια είχαν παρατείνει επίσης την προδικαστική κράτηση του κ. Demirtaş εξαιτίας του αριθμού και της φύσης των φερομένων αδικημάτων και ότι έλαβαν υπόψη τους τη σοβαρότητα των ποινών που προβλέπονται από το νόμο για τέτοιου είδους αδικήματα. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι η σοβαρότητα των  πιθανών ποινές και η φύση των κατηγοριών θα δικαιολογούσαν την αρχική προφυλάκιση, όπως υποστήριξε το Συνταγματικό Δικαστήριο, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν θα μπορούσαν να έχουν αποτελέσει τον μοναδικό λόγο για την επέκταση της κράτησής του, ιδίως στο μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας.

Τέλος, όσον αφορά τους άλλους λόγους που προβάλλουν τα εθνικά δικαστήρια για την κράτηση του κ. Demirtaş, το Δικαστήριο παρατήρησε εξ αρχής ότι συνεπαγόταν μια τυπολογική απαρίθμηση γενικών λόγων. Εξεπλάγην ιδιαίτερα από την έλλειψη εμπεριστατωμένης ανάλυσης των επιχειρημάτων υπέρ της απελευθέρωσής του. Υπενθύμισε ότι οι αποφάσεις που διατυπώνονται με γενικές διατυπώσεις δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να θεωρηθούν επαρκής για να δικαιολογήσουν την αρχική και συνεχιζόμενη προφυλάκιση ενός ατόμου.

Λαμβάνοντας υπόψη τους λόγους που παρασχέθηκαν από τα εθνικά δικαστήρια, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι δικαστικές αρχές επέκτειναν την κράτηση του κ. Demirtaş για λόγους που δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ως “Επαρκής” για να δικαιολογήσουν τη διάρκειά της. Συνεπώς, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 5 § 3 της Σύμβασης.

Άρθρο 5 § 4

Όσον αφορά την υποτιθέμενη έλλειψη προσβάσεως του κ. Demirtaş στον φάκελο έρευνας, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία του φακέλου είχαν θεμελιώδη σημασία για την αμφισβήτηση της νομιμότητάς της κράτησης στη φυλακή. Παρατήρησε, ωστόσο, όπως το έκανε το Συνταγματικό Δικαστήριο, ότι ο κ. Demirtaş και οι δικηγόροι του είχαν ανεμπόδιστη πρόσβαση στις εκθέσεις έρευνας που υποβλήθηκαν στην Εθνική Συνέλευση. Σημείωσε περαιτέρω ότι παρόλο που δεν είχε απεριόριστο δικαίωμα πρόσβασης στα αποδεικτικά στοιχεία, ο κ. Demirtaş γνώριζε επαρκώς την ουσία των αποδεικτικών στοιχείων που αποτελούσαν τη βάση της κράτησής του και έτσι είχε την ευκαιρία να αμφισβητήσει ορθά τους λόγους που δικαιολογούσαν την κράτηση. Επομένως, αυτή η πτυχή της καταγγελίας ήταν προδήλως αβάσιμη και έπρεπε να απορριφθεί.

Σχετικά με τον ισχυρισμό του κ. Demirtaş ότι η διαδικασία ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου δεν ήταν σύμφωνη με την απαίτηση της σύμβασης για “ταχύτητα”, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι η προσφυγή στο Συνταγματικό Δικαστήριο ήταν περίπλοκη και ήταν μία από τις πρώτες μιας σειράς υποθέσεων δημιουργώντας περίπλοκα ζητήματα σχετικά με την προδικαστική κράτηση ενός βουλευτή του οποίου η κοινοβουλευτική ασυλία είχε αρθεί. Επιπλέον, το Δικαστήριο έκρινε απαραίτητο να λάβει υπόψη την εξαιρετική κατάσταση του Συνταγματικού Δικαστηρίου μετά τη δήλωση ότι το κράτος βρίσκονταν σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης τον Ιούλιο του 2016. Παρατήρησε ότι ο κ. Demirtaş είχε υποβάλει ατομική προσφυγή ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου στις 17 Νοεμβρίου 2016 και ότι η τελική απόφαση του δικαστηρίου αυτού είχε εκδοθεί στις 21 Δεκεμβρίου 2017. Αν και αυτή η περίοδος 13 μηνών και τεσσάρων ημερών ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως “ταχεία” σε ένα συνηθισμένο πλαίσιο, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι δεν υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 5 § 4 της Σύμβασης.

Άρθρο 3 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1

Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι αυτή ήταν η πρώτη περίπτωση στην οποία έπρεπε να εξετάσει μια καταγγελία στο πλαίσιο του Άρθρου 3 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1 της Σύμβασης σχετικά με τις συνέπειες της συνέχισης της προδικαστικής κράτησης εκλεγμένου βουλευτή για την άσκηση των καθηκόντων του.

Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι το δικαίωμα σε ελεύθερες εκλογές δεν περιοριζόταν απλώς στην δυνατότητα συμμετοχής στις κοινοβουλευτικές εκλογές. Συνεπώς ένα πρόσωπο που εκλέγεται έτσι είχε το δικαίωμα να βρίσκεται στο Κοινοβούλιο.

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι επειδή τέθηκε υπό προσωρινή κράτηση στις 4 Νοεμβρίου 2016, ο κ. Demirtaş δεν μπόρεσε να συμμετάσχει στις δραστηριότητες του νομοθέτη μέχρι τη λήξη της θητείας του στις 24 Ιουνίου 2018 – δηλαδή για ένα έτος, επτά μήνες και 20 ημέρες. Η στέρηση της ελευθερίας κατέστησε αδύνατο για αυτόν να ασκήσει οποιαδήποτε κοινοβουλευτικά καθήκοντα και μπορούσε να αντιμετωπιστεί, στο πλαίσιο των περιστάσεων, ως παρέμβαση στην άσκηση των δικαιωμάτων του. Έχοντας υπόψη τα συμπεράσματά του όσον αφορά τη συμμόρφωση της προδικαστικής κράτησης με την εθνική νομοθεσία, το Δικαστήριο θα μπορούσε να δεχθεί ότι οι παρεμβάσεις είχαν ικανοποιήσει τις απαιτήσεις νομιμότητας. Λαμβάνοντας υπόψη τις διαπιστώσεις του βάσει του άρθρου 5 § 1, προέβαλε την υπόθεση ότι η παρέμβαση είχε επιδιώξει θεμιτό στόχο, δηλαδή τη δημόσια πολιτική ανάγκη, ως αποτέλεσμα της κράτησης του κ. Demirtaş, ο σκοπός της οποίας  ήταν να εξασφαλίσει την ορθή διεξαγωγή της ποινικής διαδικασίας εναντίον του.

Ωστόσο, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι κατά την άσκηση εξισορρόπησης των δικαιωμάτων, ούτε τα δικαστήρια που είχαν αποφανθεί σχετικά με την παράταση της κράτησής του, εκείνων που είχαν απορρίψει τις αιτήσεις του για απελευθέρωση, ούτε το Συνταγματικό Δικαστήριο φαινόταν να έχει λάβει επαρκώς υπόψη το γεγονός ότι ο κ. Demirtaş δεν ήταν μόνο ένα μέλος του κοινοβουλίου, αλλά και ένας από τους ηγέτες της πολιτικής αντιπολίτευσης της χώρας, του οποίου η άσκηση των κοινοβουλευτικών του καθηκόντων απαιτούσε υψηλό επίπεδο προστασίας. Επιπλέον, δεν είχαν αποδείξει ότι υπήρχαν πιεστικοί λόγοι που δικαιολογούσαν την κράτηση του για τέτοια μακρά περίοδο.

Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι παρόλο που ο κ. Demirtaş είχε διατηρήσει το καθεστώς του ως μέλους του κοινοβουλίου κατά τη διάρκεια της θητείας του και είχε τη δυνατότητα να λάβει τον μισθό του υπό την ιδιότητα αυτή, η αδυναμία του να συμμετέχει στις δραστηριότητες της Εθνοσυνέλευσης ως αποτέλεσμα της προδικαστικής κράτησής του αποτελούσε αδικαιολόγητη παρέμβαση στην ελευθερία έκφρασης της λαϊκής θελήσεως και με το δικαίωμά του εκλογής και συμμετοχής στο Κοινοβούλιο. Το εν λόγω μέτρο ήταν ασυμβίβαστο με την ίδια την ουσία του δικαιώματός του σύμφωνα με το άρθρο 3 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1 αναφορικά με την εκλογή και την εκπροσώπηση στο Κοινοβούλιο και είχε παραβιάσει την κυριαρχία του εκλογικού σώματος που τον ψήφισε στο Κοινοβούλιο. Υπήρχε επομένως παραβίαση του άρθρου 3 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1 της Σύμβασης.

Άρθρο 18 σε συνδυασμό με το άρθρο 5 § 3

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι πολλές ποινικές έρευνες σχετικά με τον κ. Demirtaş βρίσκονταν σε εξέλιξη χρόνια, αλλά δεν έχουν ληφθεί σημαντικά βήματα μέχρι το τέλος της “διαδικασίας εύρεσης λύσης” για την έναρξη διαδικασίας άρσης της βουλευτικής ασυλίας του.

Εκθέσεις και απόψεις διεθνών παρατηρητών, ιδίως οι παρατηρήσεις του Επιτρόπου για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ανέφεραν ότι το τεταμένο πολιτικό κλίμα στην Τουρκία τα τελευταία χρόνια είχε δημιουργήσει ένα περιβάλλον ικανό να επηρεάσει ορισμένες αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων, ιδίως κατά τη διάρκεια της κατάστασης εκτάκτου ανάγκης. Συναφείς συμπεράσματα επιβεβαίωσαν ότι οι δικαστικές αρχές είχαν αντιδράσει σκληρά στη συμπεριφορά του κ. Demirtaş, λόγω της θέσης του ως ενός από τους ηγέτες της αντιπολίτευσης, καθώς και στη συμπεριφορά άλλων βουλευτών του HDT και εκλεγμένων δημάρχων.

Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι ο κ. Demirtaş δεν θεωρεί τον εαυτό του αποκλειστικά θύμα παραβίασης, αλλά ότι ισχυρίστηκε ότι τέθηκε υπό προσωρινή κράτηση κυρίως λόγω του ότι ήταν ένας από τους ηγέτες της αντιπολίτευσης. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έκρινε ότι αυτό που κινδυνεύει ήταν το ίδιο το δημοκρατικό σύστημα, όχι μόνο τα δικαιώματα και οι ελευθερίες του κ. Demirtaş ως άτομο.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι διαπιστώθηκε πέραν κάθε εύλογης αμφιβολίας ότι η παράταση της κράτησης του κ. Demirtaş, ιδίως κατά τη διάρκεια δύο σημαντικών εκστρατειών, δηλαδή του δημοψηφίσματος και των προεδρικών εκλογών, είχε επιδιώξει τον επικρατέστερο μετέπειτα σκοπό να καταπνίξει τον πλουραλισμό και να περιορίσει την ελευθερία του πολιτικού διαλόγου, που ήταν ο πυρήνας της έννοιας της δημοκρατικής κοινωνίας. Συνεπώς υπήρξε παραβίαση του άρθρου 18 σε συνδυασμό με το άρθρο 5 § 3.

Άρθρο 10

Λαμβανομένων υπόψη όλων των συμπερασμάτων στα οποία κατέληξε, το Δικαστήριο έκρινε περιττό να αποφανθεί χωριστά αναφορικά με το παραδεκτό είτε το βάσιμο της καταγγελίας βάσει του άρθρου 10.

Άρθρο 34

Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι δεν υπήρχαν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι οι έρευνες που διεξήχθησαν στους δικηγόρους του κ. Demirtaş σχεδιάστηκαν για να τον αναγκάσουν να αποσύρει ή να τροποποιήσει την καταγγελία του ή αλλιώς είχαν ως σκοπό την παρέμβαση  στην αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματός του για ατομική αναφορά, ή μάλιστα ότι είχε τέτοιο αποτέλεσμα. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το εναγόμενο κράτος δεν είχε παραβιάσει τις υποχρεώσεις του  δυνάμει του άρθρου 34 της Σύμβασης.

Άρθρο 46

Δυνάμει του άρθρου 46 της Σύμβασης, τα Υψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη δεσμεύτηκαν να συμμορφωθούν με την τελική απόφαση του Δικαστηρίου σε κάθε περίπτωση στην οποία ήταν συμβαλλόμενα μέρη.

Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι εναπόκειται πρωτίστως στο ενδιαφερόμενο κράτος να επιλέξει τα μέσα που θα χρησιμοποιηθούν στην εσωτερική έννομη τάξη του για να εκπληρώσει τη νομική του υποχρέωση σύμφωνα με το άρθρο 46. Αυτή η διακριτική ευχέρεια όσον αφορά τον τρόπο εκτέλεσης μιας απόφασης αντανακλούσε την ελευθερία επιλογής που συνδέεται με την πρωτοβάθμια υποχρέωση των Συμβαλλομένων Κρατών δυνάμει της Σύμβασης να εξασφαλίζουν την εγγύηση και προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών.

Παρ ‘όλα αυτά, όταν η φύση της παραβίασης που διαπιστώθηκε ήταν τέτοια που δεν άφηνε καμία πραγματική επιλογή όσον αφορά τα μέτρα που απαιτούνται για την επανόρθωσή της, το Δικαστήριο θα μπορούσε να αποφασίσει να αναφέρει μόνο ένα μεμονωμένο μέτρο.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι οποιαδήποτε συνέχιση της προδικαστικής κράτησης του κ. Demirtaş συνεπάγεται παράταση της παραβίασης του Άρθρου 5 § 3 και 18 της Σύμβασης και παραβίαση των υποχρεώσεων των εναγομένων κρατών να συμμορφώνονται με την απόφαση του Δικαστηρίου. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο έκρινε ότι το εναγόμενο κράτος έπρεπε να διασφαλίσει ότι η προδικαστική κράτηση του κ. Demirtaş θα τερματίζονταν  όσο το δυνατόν νωρίτερα, εκτός εάν έχουν τεθεί νέοι λόγοι ή αποδεικτικά στοιχεία που να δικαιολογούν τη συνέχιση της κράτησής του.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Τουρκία πρέπει να καταβάλει στον προσφεύγοντα 10.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 15.000 ευρώ για δικαστικά έξοδα και λοιπές δαπάνες.

Μειοψηφούσες απόψεις

Ο δικαστής Karakaş εξέφρασε χωριστή γνώμη, η οποία επισυνάπτεται στην απόφαση(επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες